Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

Κοιτώ και γράφω

Τελικά δεν υπάρχει ένας κόσμος. Δεν υπάρχουν καν δύο. Υπάρχουν άπειροι. Τόσοι, όσοι και οι άνθρωποι. Απλά, καμία φορά, κάποιος κόσμος διαστραυρώνεται με κάποιον άλλον. Επικαλύπτει και επικαλύπτεται. Και κάπου εκεί είναι το σημείο επαφής μας. 

Πέμπτη απόγευμα, στη διασταύρωση Ακαδημίας και Σίνα. Κρύβομαι σε μια χαραμάδα του χρόνου και του χώρου και κοιτώ τους κόσμους που παρελαύνουν μπροστά μου. 

Μια κοπέλα κάθεται στο πρεβάζι της Σχολής. Κρατάει το κεφάλι της ανάμεσα στα χέρια της. Σκέφτομαι ότι μπορεί να μην νιώθει καλά. Σηκώνει το κεφάλι της και βλέπω ότι είναι δακρυσμένη. Δεν κλαίει, αλλά τα μάτια της είναι υγρά και κόκκινα. Τα συναισθήματα της φανερώνονται. Δεν είναι δύσκολο να τα αναγνωρίσω, κάποτε τα ένιωθα και εγώ. Είναι εκείνα τα συναισθήματα ανάμεικτης λύπης, απογοήτευσης και του "φτου, πάλι από την αρχή", που δεν σε ματώνουν, απλά σε τσούζουν. Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι η κοπέλα μόλις ανακάλυψε ότι έχει κοπεί σε κάποιο μάθημα στη σχολή της. Ζηλεύω. Αναπολώ την εποχή που η μεγαλύτερη απογοήτευση μου ήταν ότι κόπηκα/δεν πήρα καλό βαθμό σε κάποιο μάθημα. Ξέρω ότι δεν θα ήταν μεγάλη παρηγοριά για εκείνη να της πω ότι κάποτε θα θυμάται με νοσταλγία αυτό που νιώθει τώρα. 

Λίγα μέτρα πιο κάτω, ένας άνδρας ψάχνει στα σκουπίδια. Στον κάδο των σκουπιδιών, όχι της ανακύκλωσης. Ψάχνει με μια μεθοδικότητα που θα τη ζήλευε και ο πιο οργανωμένος και οργανωτικός βιβλιοθηκάριος.  Αναρψωτιέμαι αν ψάχνει να βρει κάτι χρήσιμο ή κάτι να φάει, αν και νομίζω ότι είναι το πρώτο. Βρίσκει κάτι, σε μέγεθος μεγάλου τετραδίου, που κάποτε είχε χρώμα άσπρο και είναι σκληρό. Κάποιο κομμάτι πλαστικό;

Ξαφνικά, μπροστά μου στέκεται ένας νεαρός. Μόλις είχε διασχίσει την Ακαδημίας, μιλώντας στο κινητό του. Μάλλον, η συζήτηση έχει φτάσει σε εκείνο το σημείο που το μυαλό παρατά όλες τις άλλες δραστηριότητες και επικεντρώνεται σε αυτήν. "Σίγουρα, αν ζοριστώ λιγάκι, τα χρήματα θα τα βρώ. Δεν θέλω όμως να τα πληρώσω. Είναι άδικο και είναι και παράνομο". Ακούει με προσοχή την απάντηση που έρχεται μέσω του κινητού του. "Το ξέρω. Δεν θέλω όμως. Ξέρω ότι δεν είναι καιρός για μπελάδες." Το ακουστικό του κινητού τού μεταφέρει πάλι ένα πολύτιμο μήνυμα, το οποίο καταγράφει στο μυαλό του με ιδιαίτερη φροντίδα. "Εντάξει, θα πληρώσω αύριο το πρωί. Έχεις δίκιο, δεν είμαστε για τέτοια τώρα. Δεν θέλω τρεχάμτα. Άλλωστε, τι μπορεί να αλλάξει;". Το μυαλό του χαλαρώνει και αρχίζει να ασχολείται με όσα είχε αφήσει στη μέση. Τα πόδια του παίρνουν πάλι μπρος και ανηφορίζουν σιγά τη Σίνα. 

Χτυπάει το κινητό μου. Αναγκάζομαι να βγω από τη χαραμάδα μου. Μιλάω και περπατάω. Όταν έχω διασχίσει την Ακαδημίας, περνάω μπροστά από μια κοπέλα, που μοιάζει σαν να κρύφτηκε σε μια χαραμάδα και με κοιτάει. Τώρα είμαι εγώ ένας κόσμος που προσπαθεί να κρυφοκοιτάξει.

GatheRate

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

Απορίες - Ρωτάτε και απαντάμε

Κάποιος χθες σκόνταψε στο μπλογκ μου, προσπαθώντας να λύσει στο google την απορία "τι είναι η εσκαρινα". 

Και επειδή είμαι καλή και ευγενική ύπαρξη - όπως πολλάκις έχω επισημάνει, αλλά άνευ αξιομνημόνευτων αποτελεσμάτων- αποφάσισα να βοηθήσω να απαντηθεί η βασανιστική απορία του φίλου/φίλης. 

Η εσκαρίνα θα μπορούσε να είναι εξωτικό πουλί, στο μέτρο που στα καλάθια δεν χωρά, στα πανέρια περισσεύει, τουτέστιν μεθερμηνευόμενο, είναι μάλλον παρίας στην τοπική πανίδα. 

Η εσκαρίνα θα μπορούσε να είναι ψάρι, καθόσον συλλαμβάνεται συχνά πυκνά να τσιμπάει σε δολώματα. Πρέπει όμως να διευκρινιστεί ότι είναι ψάρι που ζει σε μεγάλα βάθη, εξ ου και η, συνήθης πλέον, έλλειψη επαφής και οικειότητας με την πραγματικότητα.

Η εσκαρίνα θα μπορούσε να είναι εξωγήινος, διότι πλειστάκις και συχνότατα πέφτει από τα σύννεφα.

Η εσκαρίνα θα μπορούσε να είναι φυτό, αλλά η υπόθεση αυτή κλονίζεται σοβαρά από την επίμονη απέχθεια της προς το ηλιακό φως, ιδίως τις ώρες από την ανατολή μέχρι την ενδεκάτη πρωινή, κατά τις οποίες έχει παρατηρηθεί ότι αναζητά κρυψώνα στις φυλλωσιές του krevatikus paplomatus.

Οι πολύχρονες επιστημονικές έρευνες δεν έχουν καταλήξει ακόμη οριστικά στο τι είναι η εσκαρίνα. Θεωρούν όμως ότι έχει πλέον αποκλειστεί κάθε πιθανότητα η εσκαρίνα να είναι άνθρωπος.

GatheRate

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Ένα άρθρο και η ψήφος

Έρχεται δύσκολος χειμώνας. Καυτός Σεπτέμβρης. Και πολλές ακόμη ατάκες, που έχουμε συνηθίσει κάθε χρόνο τέτοια εποχή, με αποτέλεσμα να έχουν χάσει πια το νόημα τους. Φέτος, όμως, μπορεί και να πάρουν την εκδίκηση τους. 

Διάβασα σήμερα αυτό το άρθρο. Η εισαγωγή του δεν με εξέπληξε ιδιαίτερα. Οι εκλογές δεν είναι λύση, γράφει ο συντάκτης του και, με βάση τα δικά του δεδομένα, προφανώς, οι εκλογές δεν είναι λύση, αφού, κατά το μάλλον ή ήττον, θα συνεπάγονταν την απομάκρυνση της παρούσας κυβέρνησης. Συνεχίζει όμως γράφοντας ότι οι εκλογές είναι διέξοδος. Διέξοδος σε τι όμως; Ο συνάκτης του άρθρου θεωρεί ότι οι εκλογές είναι διέξοδος για την κατά τη γνώμη του απαραίτητη συνεργασία του πολιτικού φάσματος, διότι όπως αναφέρει η συναίνεση δεν αρκεί πια. Τόσο όμως η συναίνεση, πολύ δε περισσότερο η συνεργασία, προϋποθέτουν λογικά έναν στόχο, έναν σκοπό. Συναινώ σε κάτι και συν-εργάζομαι για να πετύχω κάτι. Τι όμως είναι αυτό που πρέπει να πετύχει η χώρα και για το οποίο απαιτείται να συνεργαστούν οι πολιτικές δυνάμεις; 

Σύμφωνα με την κατακλείδα του άρθρου, κατά τη γνώμη του συντάκτη του, το επιτευκτέο είναι η επαναδιαπραγμάτευση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η χώρα. Ακούγεται μάλλον αστείο, αν και είναι τραγικό, ένας άνθρωπος, που υποστήριξε σθεναρά την αναγκαιότητα αυτών των δεσμεύσεων, να αναφέρει σήμερα ότι παρίσταται ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης τους. Στην πιο αθώα εκδοχή αυτού του τραγικού αστείου, μια τέτοια δήλωση θα συνιστούσε ομολογία λάθους και όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα (και μάλιστα αναφαίρετο, κατά πως φαίνεται) στο λάθος. Στην πιο ύποπτη εκδοχή του όμως, θα ήταν ένδειξη ότι έχουν αλλάξει συσχετισμοί, συνθήκες, συμφέροντα που απαιτούν αντίστοιχη αλλαγή πλεύσης του συντάκτη. Όπως άλλωστε ο ίδιος αναφέρει, οι εκλογές δεν είναι λύση, αλλά είναι "η μοναδική καθαρτήρια και εκτονωτική διαδικασία μιας φορτισμένης και θυμωμένης κοινωνίας". Ίσως θα ήταν χρήσιμο να σημειωθεί ότι οι εκλογές δεν είναι (ή δεν θα έπρεπε να είναι) μαζική ψυχοθεραπεία. Αν ο συντάκτης του άρθρου αναγνωρίζει ότι υπάρχει μια φορτισμένη ή θυμωμένη κοινωνία, θα ήταν πιο χρήσιμο να διερευνήσει γιατί είναι φορτισμένη ή θυμωμένη η κοινωνία και όχι να αναζητά να καταστήσει τον ακρογωνιαίο λίθο της δημοκρατίας σε εργαλείο εκτόνωσης και εν τέλει εφησυχασμού της θυμωμένης κοινωνίας. 

Για να επανέλθουμε όμως στον "εθνικό" στόχο που καλούνται να επιτύχουν οι συνεργαζόμενες πολιτικές δυνάμεις, βοηθάει να δούμε ποιες πολιτικές δυνάμεις είναι αυτές που κατά τη γνώμη του συντάκτη πρέπει να συγκλίνουν. Δεν τις κατονομάζει, αλλά σίγουρα τις υποδηλώνει. "Συνεργασία ακόμη και κυβερνητική όλων των κομμάτων του «συνταγματικού τόξου», όπως εκφράστηκε πρόσφατα π.χ. στον νόμο για τα ΑΕΙ". Συνεπώς, οι πολιτικές δυνάμεις που πρέπει να συμπράξουν είναι αυτές που ορίζονται και υπάρχουν ανάμεσα στο ΛάΟΣ και το ΠαΣοΚ. The last frontier είναι ο Παπουτσής, ο Χρυσοχοΐδης, ο Λοβέρδος, η Διαμαντοπούλου κλπ. Τα πέραν αυτού  δεν υπάρχει κανένας λόγος και απολύτως καμία δικαιολογία να συμπεριληφθούν στο "συνταγματικό τόξο" του συντάκτη. Ίσως τώρα είναι λιγάκι πιο καθαρό σε τι ακριβώς συνίσταται ο στόχος που καλούνται να επιτύχουν με τη συνεργασία τους οι πολιτικές δυνάμεις που επιλέγονται. Κι αν ακόμη εκλάβουμε ως ειλικρινή και σαφή τη δήλωση του συντάκτη περί του στόχου της συνεργασίας (η επαναδιαπραγμάτευση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η χώρα), μπορούμε πια να υποθέσουμε προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί η επαναδιαπραγμάτευση. 'Αλλωστε ο συντάκτης δεν υποστήριξε, ούτε καν εξέφρασε, σε κάποιο σημείο του άρθρου, τους στόχους της επαναδιαπραγμάτευσης, αντίθετα περιορίστηκε στο να υποστηρίξει την αναγκαιότητα της, ερήμην των ευκταίων αποτελεσμάτων της. 

Κλείνοντας, θα μου επιτρέψετε μια προσωπική δήλωση : Οι εκλογές δεν είναι λύση είναι η μόνη λύση σε μια δημοκρατία για να αποφασίσει την τύχη της. Για αυτό, όποτε γίνουν εκλογές, ας μην περιοριστούμε να εκτονωθούμε, όπως μας προτρέπει ο συντάκτης, ας αποφασίσουμε που θέλουμε να πάμε την κοινωνία μας. Δεν ψηφίζουμε για να ψηφίσουμε, ψηφίζουμε για να διαλέξουμε.

GatheRate

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Ηφαίστειο από άμμο

Η θάλασσα θα είναι πάντα η καλύτερη θέα. Εκτός κι αν υπάρχουν λουόμενοι. Τότε αυτοί γίνονται η καλύτερη θέα.

Μου αρέσει να κάθομαι ακίνητη σε ένα σημείο και να παρατηρώ τον κόσμο που με προσπερνά. Ακόμη περισσότερο μου αρέσει να μαντεύω τι κάνει όταν δεν με προσπερνά. Η παραλία, λοιπόν, η οποιαδήποτε παραλία, τότε μετατρέπεται σε τόσες θεατρικές σκηνές, όσοι οι λουόμενοι και εγώ παρακολουθώ διαδοχικά μια σκηνή από όλα τα έργα που παίζονται και προσπαθώ να μαντέψω που θα στηθεί η επόμενη σκηνή για τον κάθε πρωταγωνιστή. 

Είναι 7 το απόγευμα, σε μια ασήμαντη και άσημη παραλία, από εκείνες που ονομάζουμε baby beach, διότι είναι ρηχές σε απόσταση πολλών μέτρων. Αναπόφευκτα, πλατσουρίζουν πάμπολλα παιδάκια. Παραδόξως, τα παιδάκια ποτέ δεν δημιουργούν την αίσθηση θεατρικής παράστασης, Ίσως διότι δεν υποκρίνονται. Ίσως γιατί για αυτά δεν υπάρχει ο χρόνος, το πριν, το μετά, υπάρχουν μόνο τα κουβαδάκια τους και η άμμος.

Προσπαθώ να διαλέξω θεατρική παράσταση. Τα παιδάκια όμως συνέχεια κλέβουν την προσοχή μου. Πασχίζουν αδέξια να στερεώσουν την άμμο και να φτιάξουν κάτι, που άλλο το ονομάζουν και άλλο τους βγαίνει. Μια μικρή λέει : Έφτιαξα ένα ξενοδοχείο. Ο φίλος της κοιτάει το δημιούργημα και λέει : Μα αυτό είναι μόνο μια τρύπα. Για να πάρει την αποστομωτική απάντηση : Ναι, αυτή είναι η πισίνα του, μετά θα φτιάξω και το κτίριο...

Παραδίπλα ένα αγοράκι δίνει εντολές σε ένα μικρότερης ηλικίας κοριτσάκι, το οποίο προφανώς συναντά για πρώτη φορά και δεν ξέρει το όνομα του : Μικρούλα, φέρε νερό, Μικρούλα φέρε το φτυάρι. Κάποια στιγμή η μικρούλα εκνευρίζεται : Δεν με λένε Μικρούλα, έχω και όνομα! Πετάει το κουβαδάκι και βουτάει στα νερά. 

Κάπου ανάμεσα στην άμμο και τα παιδάκια, ξεχωρίζω έναν μεγάλο, έναν ενήλικα (για τα παιδάκια, ίσως και γέρο, αφού είναι προφανές ότι είναι σαράντα φεύγα - τρομακτικό ε; γέρος από τα σαράντα!). Γονατισμένος στην άμμο, έχει σκύψει πάνω από κάτι που εύκολα θα έλεγες ότι είναι κάστρο μιας πριγκήπισσας και επιμελείται με προσοχή και λεπτομέρεια  τα σκαλοπάτια του. Κτίζει πύργους στην άμμο, αλλά το κάνει με τόση δεξιοτεχνία και μεράκι, που μόνο μάταιο δεν φαίνεται. 'Οσο το κάστρο του παίρνει οριστική μορφή, τόσα περισσότερα βλέμματα μαγνητίζει. Και δεν είναι μόνο παιδικά. Σιγά σιγά όλο και περισσότερα παιδάκια συγκεντρώνονται γύρω του και παρατηρούν τη δουλειά του, με ορθάνοιχτα μάτια και κλειστά στόματα. Σίγουρα όλα σκέφτονται το ίδιο πράγμα : Αααααααα!

Μπαίνω στον πειρασμό. Θέλω και εγώ να παίξω με την άμμο. Μου λείπει το θάρρος για να το κάνω. Τώρα όμως έχω άλλοθι. Υπάρχει άλλος ένας μεγάλος που παίζει με την άμμο. Σκέφτομαι : Κοριτσάκι, δεν είναι καλό που πρέπει να βρεις θάρρος για να παίξεις με την άμμο. Με ενοχλώ με τις σκέψεις μου και τις σταματώ. Λέω σε ένα παιδάκι : Έλα να φτιάξουμε ένα ηφαίστειο. Προφανώς  έδειχνε καλύτερα να έχω ένα παιδάκι από δίπλα, δεν άντεχα μάλλον μόνη μου.

Έχω παρασυρθεί εντελώς από τη δημιουργία και, όταν το ηφαίστειο είναι σχεδόν έτοιμο, αρχίζω να σκέφτομαι πως πρέπει να έχω και μια έκρηξη για το ηφαίστειο μου. Να ξύσω σπίρτα και μετά να βάλω φωτιά! Μεγαλοφυές! Μοιράζομαι την ιδέα μου με έναν μεγάλο και η απάντηση του με προσγειώνει στην πραγματικότητα : Ναι, τέτοια να τους δείχνεις, να βάλουν καμιά φωτιά. 

Γυρίζω ταπεινωμένη στη θέση μου και πιάνω ξανά το βιβλίο μου. Ανοίγω στη σελίδα που έχω σταματήσει και πριν εξαφανιστώ μέσα της, ρίχνω μια τελευταία ματιά. Το ηφαίστειο μου είναι ανενεργό. Το παιδάκι έχει φύγει.

GatheRate

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011

29 Ιουλίου, δεν μπορώ να σε θυμηθώ

Σήμερα ξύπνησα αγκαλιά με την απόλυτη βεβαιότητα ότι στις 29 Ιουλίου, έχει συμβεί κάτι που θα έπρεπε να θυμάμαι. Αλλά, δεν το θυμάμαι.

Η σχέση μου με τους αριθμούς δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα καλή. Οι αριθμοί όμως που αναπαριστούν ημερομηνίες ήταν πάντα σύντροφοι μου. Γεννήσεις, θάνατοι, και άλλα γεγονότα, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, που για καλό ή για κακό, αποτυπώθηκαν σαν τατουάζ στο κορμί της ζωής μου.

Στίβω το μυαλό μου να θυμηθώ τι είναι αυτό που έχει γίνει στις 29 Ιουλίου και δεν τα καταφέρνω. Με ενοχλεί η επιλεκτική αμνησία μου, περισσότερο όμως με ενοχλεί η φορτική απαίτηση του συμβάντος που δεν θυμάμαι, να το θυμηθώ. Και η μυρωδιά του. Δεν μυρίζει χαρά.

Ο χρόνος κινείται ανάμεσα στους αριθμούς, τις ημερομηνίες που δεν μπορώ να ξεχάσω. 29 Ιανουαρίου, η πρωτοχρονιά. 23 Απριλίου. 21 Ιουλίου. 19 Σεπτεμβρίου. 28 Νοεμβρίου. 17 Δεκεμβρίου. 21 Δεκεμβρίου. Και πάλι από την αρχή. Χαρές και λύπες μαζί, σαν μαργαριτάρια στο ίδιο κολιέ, γύρω από το λαιμό μιας ζωής.

Στο ημερολόγιο των ημερομηνιών μου δεν βρίσκω την 29 Ιουλίου. Αλλά είμαι απόλυτα σίγουρη ότι κάτι υπάρχει, ή θα έπρεπε να υπάρχει. Ρωτάω το στομάχι και μου το επιβεβαιώνει, με ένα σφίξιμο. Δεν μπορώ, όμως, να θυμηθώ. 

Αναλογίζομαι - μάλλον ως δικαιολογία - ότι υπάρχει και ένα γεγονός χωρίς ημερομηνία. Συνέβη, το θυμάμαι και ίσως περισσότερο από όσο θα ήθελα, αλλά η ημερομηνία του είναι απροσδιόριστη, κρυμμένη σε ένα θολό τριήμερο του Νοεμβρίου. 

Μήπως το 29 Ιουλίου είναι και αυτό, μια ακόμη θολή ημερομηνία; Όχι. Σίγουρα όχι. Είναι 29 Ιουλίου, απόλυτα ξεκάθαρο. Και πάλι όμως δεν μπορώ να θυμηθώ το συμβάν. Ή μήπως ήταν γεγονός;  Αφαιρούμαι προσπαθώντας να καταλάβω γιατί διαφοροποιώ το συμβάν από το γεγονός. Με κάποιο τρόπο αποδίδω στα γεγονότα και προσωπική συμμετοχή. Επανέρχομαι όταν το 29 Ιουλίου αναβοσβήνει γρηγορότερα στο μυαλό μου.

Για ένα δευτερόλπετο, σκέφτομαι ότι ίσως να μην έχει συμβεί ακόμη, ίσως να συμβεί σήμερα. Το επόμενο δευτερόλεπτο, με μέμφομαι και με λοιδορώ για τις αηδίες που σκέφτομαι. Κανείς δεν ξέρει τι ΘΑ συμβεί. Το μόνο που μπορεί να ξέρει είναι τι ΈΧΕΙ ήδη συμβεί. Με χαστουκίζει η ιδέα ότι θα ταξιδεύω, όλη μου τη ζωή, για τη χώρα του ΘΑ, παρέα με τον αόριστο και τον παρακείμενο.

Το 29 Ιουλίου έχει αρχίσει να εκνευρίζεται. Και εγώ δεν μπορώ να θυμηθώ. Θα με τυρρανάει όλη την ημέρα. Με πιέζει. Και η αντίδραση μου στην πίεση είναι  η αναπάντεχη ιδέα ότι μπορεί να σφετερίζεται την παρήχηση με το 29 Ιουνίου. Από την άλλη όμως, το 29 Ιουνίου δεν έχει ολοκληρώσει ακόμη την αποτύπωση του, οπότε πως είναι δυνατόν η παρήχηση του να έχει τέτοια δύναμη;

Το παίρνω απόφαση. Ή θα θυμηθώ ή πρέπει να περιμένω να ξημερώσει. 

Μα τι στο διάολο θέλει από μένα το 29 Ιουλίου;

GatheRate

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Τι έγινε ρε παιδιά;

Μετά από ένα Μνημόνιο και κάποια σίκουελ, μετά από ένα Μεσοπρόθεσμο και έναν Εφαρμοστικό Νόμο (και μην ξεχνάμε και το πολυνομοσχέδιο - όπως λέμε πολυμίξερ - του υπουργείο Οικονομικών που κατατέθηκε και αναμένει να ψηφιστεί, διότι ψήφοι υπάρχουν), η χρεωκοπία είναι εδώ. Με ονοματεπώνυμο ... Επιλεκτική Χρεωκοπία. Τώρα να πω ότι χάρηκα για τη γνωριμία, ψέματα θα πω.

Στην αρχή θα μας έσωζε το Μνημόνιο, μετά θα μας έσωζε το επικαιροποιημένο Μνημόνιο, μετά θα μας έσωζε το Μεσοπρόθεσμο. Τελικά τίποτα μάλλον δεν μας έσωσε, εκτός κι αν έρχεται κάτι και μας προετοιμάζουν για να "σωθούμε", για μια ακόμη φορά. 

Να δείτε που στο τέλος θα παρακαλάμε να χρεωκοπήσουμε για να φύγει η απειλή... Και για να είμαστε ειλικρινείς, η προοπτική της χρεωκοπίας, μετά από όσα έχουν συμβεί τον τελευταίο χρόνο, δεν φαντάζει και τόσο κακή. Βέβαια, αν αντί για φέτος, είχε γίνει πέρισυ, αντί Μνημονίου, θα τον είχαν πιει οι τράπεζες (παγκοσμίως, καθόσον το μικρό αλλά περήφανο Ελλαδιστάν έδινε τα φώτα του - αλλάζοντας τα δικά τους - σε σχεδόν όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα). Τώρα όμως θα τον πιούμε μόνο εμείς. Όπως φυσικά, άλλο πράγμα η συντεταγμένη χρεωκοπία και άλλο η ασύντακτη (και είναι γνωστό ότι εμείς είμαστε νοικοκυραίοι και μια "τάξη και ασφάλεια" τη θέλουμε).

Ξέρω, όμως, τι δεν πήγε καλά. Δεν εφαρμόστηκε όλο το Μνημόνιο (απόδειξη ότι ζουν ακόμη συνταξιούχοι) και το Μεσοπρόθεσμο δεν πρόλαβε να εφαρμοστεί (ειδικά εκείνο το κομμάτι περί 50 δις ιδιωτικοποιήσεων - ναι, εδώ γελάμε).

Τέτοιες ώρες όμως, τέτοια λόγια. Και επειδή δεν είμαι οικονομολόγος για να κάνω βαθυστόχαστες  αναλύσεις, θα σας πω μόνο το εξής : μετά την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου, ανέβηκε το Χρηματιστήριο (και όχι μόνο το ελληνικό). Αν λοιπόν αναλογιστεί κανείς ότι στο Χρηματιστήριο παίζουν όσοι έχουν καβαντζωμένα λεφτά και δεν περιμένουν - φυσικά - να ζήσουν από τη δουλειά τους, τότε, αφού αυτοί χαίρονται, εγώ πρέπει να λυπάμαι. Καθόλου ασφαλές κριτήριο, αλλά σάμπως όλες οι υπόλοιπες παπαροκλάδες που ακούμε είναι περισσότερο σοβαρές;

Την περασμένη Τρίτη το πρωί, άκουσα στη πρωινή εκπομπή της ΝΕΤ, την κα Ξενογιαννακοπούλου (αν θέλετε τη γνώμη μου, της πάει καλύτερα το Ξυνογιαννακοπούλου), να ομιλεί περισπούδαστα περί συστημικής κρίσης της ΕΕ. Αν δεν ήταν βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος, είμαι σίγουρη ότι θα είχε βγει ανακοίνωση της αντιπροεδρίας της κυβερνήσεως (ξέρετε του χοντρού - ουπς και οι δύο αντιπρόεδροι είναι χοντροί, πως θα τους ξεχωρίζουμε; τέσπα του Πάγκαλου εννοώ ) με την οποία θα καταδεινύνονταν η υποδαύλιση από τον Συριζα τέτοιων δηλώσεων. Καλά ξυπνητούρια κα Ξενογιαννακοπούλου. Για εξηγήστε μας τώρα τι ήταν όλες αυτές οι πίπες που μας λέγατε τον τελευταίο χρόνο; Πρώτα έφταιγε ότι είμαστε τεμπέληδες, χαραμοφάηδες και κλέφτες (και έπρεπε να μας τιμωρήσουν που ήμαστε κακά παιδιά), τώρα φταίει η ΕΕ (που φταίει). Στο τέλος, θα βγούμε ματιασμένοι (που και αυτό κάποιοι το λένε ήδη - τελικά δεν έχω φαντασία!). Φταίω εγώ, φταις εσύ φταίει και ο Χατζηπετρής.

Σήμερα η ίδια εκπομπή φιλοξενούσε την κα Μπακογιάννη (ναι, είδα ένα μέρος - έκανα αντιλυσσικό πρόσφατα, μην ανησυχείτε), η οποία σε κάποια φάση, ανέφερε ότι εκείνη προτάσσει το καλό της πατρίδας, έναντι του όποιου προσωπικού όφελους, διότι ως μάνα, όπως άλλωστε όλες οι μανάδες, δεν μπλέκεται στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων της. Κα Μπακογιάννη μου, προς στιγμήν και για χάρη της συζήτησης θα παραβλέψω το γεγονός ότι τα δικά σας παιδιά, σε σύγκριση με τα δικά μου, βρίσκονται  σε εντελώς διαφορετική κατάσταση και συνεπώς εντελώς διαφορετικά πράγματα είναι απαραίτητα και σημαντικά για τα μεν και τα δε. Αυτό που θα ήθελα να σας παρακαλέσω είναι να κάνετε, ως μάνα, ό,τι πιστεύετε σωστό για τα δικά σας παιδιά, αλλά να αφήσετε τα δικά μου ήσυχα, γιατί και οι υπόλοιπες δεν μπερδευόμαστε με το τι είναι σημαντικό και τι όχι .

Και τώρα για επίλογο (όπως λέμε επιδόρπιο) σας έχω κερασάκι : «Η διοίκηση Σαμαρά διέλυσε το Κολέγιο!»


GatheRate

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Αναμνήσεις δακρυγόνων

Είχα ήδη ακούσει τι είχε γίνει το προηγούμενο βράδυ. Και η μόνη αλήθεια είναι ότι φοβόμουν. Πρώτα για τους ανθρώπους που ήταν εκεί και δεύτερον για μένα που είχα αποφασίσει ότι την επόμενη ημέρα θα ήμουν και εγώ εκεί. 

Άκουσα πολλές φορές το "Έλα μην πας σήμερα" και η αλήθεια είναι ότι και ο φόβος μου φώναζε  να μην πάω. Τελικά, όμως η ντροπή φώναξε πιο δυνατά. Η ντροπή που θα ένιωθα αν δεν πήγαινα. Η ντροπή που θα ένιωθα αν άφηνα τους άλλους να καταπιούν όλα τα χημικά μόνοι τους. Ήξερα ότι ένα μέρος αυτών μου αναλογούσε και το μόνο τίμιο πράγμα που μπορούσα να κάνω ήταν να πάω να πάρω το μερίδιο μου. Και πήγα. 

(Όχι, δεν έτρεφα αυταπάτες ότι μπορούσε να αποτραπεί η ψήφιση του μεσοπρόθεσμου. Είμαι βλαμμένη, αλλά όχι τόσο που να μην διατηρώ επαφή με την πραγματικότητα)

Αυτή τη φορά όμως όλα ήταν διαφορετικά, διότι εγώ ήμουν διαφορετική. Όλες τις προηγούμενες φορές, όσα χρόνια πίσω κι αν πάμε, πήγαινα προετοιμασμένη (όσο μπορούσα και όσο μου έκοβε). Παντελόνι με πολλές τσέπες για να χώσω μέσα τα απαραίτητα, αθλητικά παπούτσια, μαντήλια, νερά κλπ. Αυτή τη φορά όμως, άφησα όλο τον "εξοπλισμό" μου πίσω. Πήγα έτσι όπως ήμουν το πρωί που κατέβηκα στη δουλειά, διότι δεν ήθελα να δεχθώ (και να αποδεχθώ) ότι η εξάσκηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος είναι μάχη και πρέπει να πάω προετοιμασμένη και εξολπισμένη.  Αν είδατε λοιπόν μια τύπισσα να περιφέρεται με το φουστανάκι της και τα πεδιλάκια της ανάμεσα σε καπνούς, δακρυγόνα και πέτρες, ήμουν εγώ.  

(πρέπει πάντως να ήμουν πολύ γελοίο θέαμα, διότι έπιασα αρκετούς να με κοιτούν στην καλύτερη περίπτωση με απορία, στη χειρότερη σαν ούφο)

Κάποια στιγμή, ξεχώρισα στο πλήθος ένα ψηλό παλικάρι που με σήκωμενο το χέρι του, κρατούσε, ακόμη πιο ψηλά, ένα μπουκάλι με ψεκαστήρα γεμάτο με αραιωμένο malox, και ψέκαζε όποιον του το ζητούσε. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα από τη στιγμή που είχαν σκάσει μπροστά μας μερικά δακρυγόνα (και ασφυξιογόνα, είμαι σίγουρη) και μπήκα στον πειρασμό. Ναι, ήταν πειρασμός, με τα μυαλά που είχα πάρει μαζί μου εκείνη την ημέρα. Αλλά αντιστάθηκα (χρησιμοποιώντας - προφανώς - τα ίδια μυαλά).

(κάπου διάβασα, μια - δύο ημέρες μετά τα επεισόδια, ότι όποιος κατέβηκε εκείνη την ημέρα στο κέντρο απροετοίμαστος είναι είτε μαλάκας, είτε μαζόχας. Συμφωνώ απολύτως, διότι μπορώ να σας πω μετά βεβαιότητας ότι είμαι ΚΑΙ τα δύο).

Αφού περιφερθήκαμε επί δύο και πλέον ώρες προς όλες τις πιθανές και απίθανες κατευθύνσεις, πέριξ της πλατείας, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι έχουμε το δακρυγονο-μαγνήτη, αφού όπου κι αν πηγαίναμε, έπεφταν δακρυγόνα (ώρες μετά ανακαλύψαμε ότι δεν έχουμε κανέναν μαγνήτη, απλά όντως έπεφταν παντού δακρυγόνα). Κάποια στιγμή βρεθήκαμε στη Φιλελλήνων, μαζί με πολύ κόσμο. Για λίγο φάνηκε ότι εκεί θα βρίσκαμε ηρεμία και αέρα. Δεν άργησαν να διαψευστούν οι ελπίδες μας. Σύντομα, άρχισαν να πέφτουν δακρυγόνα στην αρχή της Φιλελλήνων. Ο κόσμος που ήταν συγκεντρωμένος άρχισε να συρρέει στη Ξενοφώντος (πρώτη κάθετος της Φιλελλήνων). Εμείς, μπήκαμε στο κομμάτι της Ξενοφώντος που βγάζει στη Νίκης και το οποίο είναι τυφλό (η Ξενοφώντος συναντά κάθετα τη Νίκης και εκεί τελειώνει). Το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι. Για μια ακόμη φορά, χωθήκαμε σε ένα στενό για να γλιτώσουμε από τα δακρυγόνα. Ούτε όμως αυτή τη φορά, τα γλιτώσαμε, διότι λίγα λεπτά αργότερα έπεσαν δακρυγόνα επί της Ξενοφώντος, στο σημείο μεταξύ Φιλελλήνων και Νίκης. Κάτι που το στενό είναι τυφλό, κάτι που εκεί είχε μαζευτεί αρκετός κόσμος, για λίγο, όλοι μας, το μόνο που σκεφτήκαμε ήταν να τρέξουμε. Ευτυχώς, όμως, οι περισσότεροι, με την παραίνεση των ψυχραμότερων που φώναζαν "Μην τρέχετε", καταφέραμε να τιθασσεύσουμε την παρόρμηση και κινηθήκαμε περπατώντας προς τη Νίκη. Εμείς μπήκαμε στη συνέχεια στην Απόλλωνος, όπου σταθήκαμε, προσπαθώντας να σκεφτούμε. Δεν ξέρω τι σκέφτονταν οι άλλοι δύο που ήμαστε μαζί, εγώ πάντως σκεφτόμουν "τι είναι  όλος αυτός ο χαμός που συμβαίνει γύρω μου;".

Αυτό πάντως που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση εκείνη την ημέρα (και ομολογώ ότι το αντιλήφθηκα πολύ αργότερα από τότε που συνέβη, αλλά νομίζω ότι πλέον είναι η κυρίαρχη ανάμνηση) ήταν το γεγονός ότι το ένα παλικάρι που ήμαστε μαζί εκείνη την ημέρα, το έβλεπα για δεύτερη φορά και δεν ξέρω τίποτα περισσότερο από το μικρό του όνομα. Παρά ταύτα, κάθε φορά που προσπαθούσαμε να μετακινηθούμε (περπατώντας ο ένας πίσω από τον άλλον, σαν ένα μικρό ανθρώπινο τρενάκι) έβρισκε πάντα τρόπο να μου "παραχωρεί" τη θέση του, ώστε να βρίσκομαι πάντα στο μέσο του "τρένου", ώστε να υπάρχει κάποιος μπροστά μου και κάποιος πίσω μου.

GatheRate