Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Μετά και πέρα από το Μνημόνιο 3

Ψηφίστηκε λοιπόν και το Μνημόνιο 3, φηφίστηκε και ο προϋπολογισμός, αλλά αυτά δεν είναι τα χειρότερα, τουλάχιστον σύμφωνα με τη μαγική σφαίρα μου. Κανείς μας δεν περιμένει έναν ήσυχο και χαλαρό χειμώνα, αλλά μάλλον κανείς δεν περιμένει και αυτό που έρχεται. Δεν πρόλαβαν να στεγνώσουν οι υπογραφές στα πρακτικά της Βουλής με τις ψηφοφορίες, για το Μνημόνιο 3 και τον προϋπολογισμό, και οι εταίροι μας περίπου "άδειασαν" το εγχώριο πολιτικό προσωπικό, δηλώνοντας - δια στόματος Σόιμπλε - ότι δεν θα πρέπει να περιμένουμε άμεσα τη δόση. Βέβαια, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το "άδειασμα" δεν ήταν ο σκοπός τους, αλλά ουσιαστικά το αποτέλεσμα της διαφωνίας μεταξύ ΔΝΤ και ΕΕ ( επί της ουσίας, με την υποδεικνυόμενη από τη Γερμανία οικονομική πολιτική). Το δια ταύτα όμως είναι ότι εμείς είμαστε στο επίκεντρο αυτής της διαφωνίας. Και όχι, το κράτος δεν πρόκειται να καταρρεύσει στις 17 Νοέμβρη, ελλείψει ταμειακών διαθεσίμων, όπως φρόντιζε πολλάκις και σε δραματικούς τόνους να μας "προειδοποιεί" ο πρωθυπουργός μας. Άλλωστε, η δόση που περιμένουμε και η εκταμίευση της μετατίθεται χρονικά δια μια εισέτι φορά, είναι η ίδια που περιμένουμε από τον Ιούνιο, και η οποία, αν δεν ερχόταν, θα καταρρέαμε τον Ιούλιο. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι όταν μαλώνουν οι ελέφαντες, την πληρώνουν τα μυρμήγκια.

Πιο συγκεκριμένα, μετά την ανάληψη της εξουσίας από το Σαμαρά και κρίνοντας από τις μετέπειτα ενέργειες του - δεν αναφέρομαι στη διάψευση των προσδοκιών επαναδιαπραγμάτευσης των μνημονίων - παρατηρείται μια σταθερή πρόσδεση της χώρας στο άρμα της Γερμανίας. Διαλέγουμε, εν ολίγοις, στρατόπεδο, συντασσόμενοι με τη Γερμανία και τις επιλογές της. Απέναντι βρίσκεται το ΔΝΤ, το οποίο ουσιαστικά προωθεί την αμερικανική γραμμή στην οικονομική πολιτική, η οποία, γραμμή όμως δεν συμφωνεί με τις γερμανικές επιλογές και προτάσεις. Η αντιπαράθεση των ΗΠΑ και της ΕΕ, όπως αυτή εκφράζεται σήμερα από τη Γερμανία, στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής (*), έχει αρχίσει καιρό τώρα, με τον Ομπάμα, διακριτικά μεν σαφέστατα δε, να εκδηλώνει τη διαφωνία του, τον τελευταίο καιρό όμως εντείνεται και πλέον είναι ορατή. 

Θα μου πείτε όμως πως σε μια αντιπαράθεση στην οποία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο εμπλέκεσαι - πολλώ δε μάλλον όταν είσαι στο επίκεντρο -  αναγκάζεσαι κάποια στιγμή να πάρεις θέση υπέρ του ενός ή του άλλου. Δεχόμενη αυτό το επιχείρημα προσωρινά, σημειώνω ότι το πρόβλημα δεν είναι ότι παίρνουμε θέση, αλλά το γεγονός ότι παίρνουμε θέση υπέρ αυτού που δεν φαίνεται να είναι αυτός που θα βγει νικητής από την αντιπαράθεση. Έχοντας κατά νου ότι η Κίνα δεν φαίνεται πολύ πρόθυμη να επενδύσει σε ευρωπαϊκά ομόλογα, αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η Ευρωζώνη / ΕΕ (και συγκεκριμένα η Γερμανία και οι συν αυτώ, αργά ή γρήγορα), δεν θα διαθέτει χρήματα για να στηρίξει και να επιβάλλει τις αποφάσεις και τις επιλογές της (διότι μην ξεχνάμε ότι για να μπορεί να επιβάλλει στην Ελλάδα, Πορτογαλία και στα άλλα γουρουνάκια τις οικονομικές πολιτικές αιματηρής λιτότητας, πρέπει ταυτόχρονα να τα χρηματοδοτεί, για να μπορούν να πληρώνουν τα οφειλόμενα στους πιστωτές της). Η αθέτηση της πληρωμής των οφειλομένων, πρακτικά θα πυροδοτούήσει μια αλυσιδωτή έκρηξη στα θεμέλια του τραπεζικού συστήματος, τις επιπτώσεις της οποίας ΚΑΝΕΙΣ δεν είναι σε θέση να προδιαγράψει (και οι περισσότεροι δε ξυπνούν ιδρωμένοι σε αυτό το εφιαλτικό σενάριο). Συνεπώς, τι θα συμβεί όταν δεν θα υπάρχουν πια λεφτά για τις δόσεις, που αποτρέπουν την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος; Είτε θα συμβεί ο αρμαγεδδώνας (σφόδρα απίθανο), είτε οι ΗΠΑ θα ρίξουν δύο σφαλιάρες στη Γερμανία (που έφτασε τα πράγματα στο παρά ένα) και θα την αναγκάσουν σε "συνθηκολόγηση". Και εμείς τότε θα είμαστε με τους χαμένους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Επανέρχομαι όμως στο επιχείρημα της προηγούμενης παραγράφου, σημειώνοντας ότι τελικά είναι ένα επίπλαστο δίλημμα, στο μέτρο που ουσιαστικά αναπαράγει το "με εμάς ή με τους άλλους". Οι συμμαχίες μεταξύ χωρών γίνονται επί τη βάσει κοινών συμφερόντων και συνεπώς ο βαθμός σύμπραξης είναι ευθέως ανάλογος του αριθμού των κοινών συμφερόντων (στο μέτρο που είναι μάλλον απίθανο τα συμφέροντα μιας χώρας να ταυτίζοντα πλήρως με τα συμφέροντα μιας άλλης). Συνεπώς, η κοινή λογική - η δική μου τουλάχιστον - λέει ότι η καλύτερη τακτική είναι η ευελιξία και η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας / συνεργασίας με όλους όσους μπορούν να σου φανούν συγκυριακά ή μακροπρόθεσμα χρήσιμοι. Πιο απλά, στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, η Ελλάδα θα έπρεπε να χτίζει επικοινωνία / συνεργασία με όλες τις χώρες του Νότου και κυρίως με Ισπανία και Ιταλία, και από τη στιγμή που διαφάνηκε η διαφωνία ΔΝΤ - ΕΕ, στο θέμα της δόσης, να αφήσει να βγάλει το ΔΝΤ το φίδι από την τρύπα και όχι να σπεύσει να πάρει θέση υπέρ της γερμανικής απόψεως. 
(Αν το αντεπιχείρημα στα παραπάνω είναι ότι δεν μπορείς να ισορροπήσεις πατώντας με το ένα πόδι στη μια βάρκα και με το άλλο στην άλλη, σημειώνω απλώς ότι ίσως θα έπρεπε να ξανασκεφτούμε ποιο περιεχόμενο αποδίδουμε στην έννοια της εξωτερικής πολιτικής)

(*) Προσωπικά, έχω την πεποίθηση ότι η αντιπαράθεση ΗΠΑ - ΕΕ  (βλ. Γερμανίας) δεν περιορίζεται μόνο στα πλαίσια της οικονομικής πολιτικής. Είναι μια βαθύτερη αντιπαράθεση που έχει να κάνει με τα γεωπολιτικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην Ευρώπη και κυρίως στο νότιο μέρος της, που γειτνιάζει με τη Μέση Ανατολή από τη μια πλευρά και τις βλέψεις και φιλοδοξίες της Γερμανίας από την άλλη. Η κρίση απλώς είναι το πιεστικό και ορατό πρόβλημα, και για τους δύο, στο οποίο αντανακλώνται οι λανθάνουσες διαμάχες των δύο πλευρών.

GatheRate

2 σχόλια:

  1. Σωστά τα γράφεις. Το πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα είχε εξωτερική πολιτική για τα μπάζα από το 1830 και δώθε. Μόνη εξαίρεση το 1912-13, όπου ο Βενιζέλος πήρε σώβρακα. Μετά τα χάλασε κατά τι στέλνοντας στρατό στην Ουκρανία το 1920 για να ενισχύσει τους Λευκούς (υποστηρικτές του Τσάρου) εναντίον του Ερυθρού Στρατού. Τζάμπα οι νεκροί μας εκεί. Μετά Μικρασιατική... άστα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δυστυχώς πάντα νιώθαμε την ανάγκη ως κράτος να προσκολληθούμε σε κάποιον ισχυρό. Και πάντα το πληρώναμε ακριβά.

      Διαγραφή