Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Επιθανάτιος ρόγχος

Μέρες προσπαθώ να γράψω κάτι. 

Κάτι για όσα συμβαίνουν, κάτι για όσα λέγονται, κάτι για όσα γίνονται. Για όλη αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα που πυροβολεί το μυαλό μας και στοχεύει στην εξόντωση και των τελευταίων στοιχείων που μας κάνουν ανθρώπους και ανθρώπινους.

Κάτι για όσα αποφασίζονται, κάτι για όσα επιτάσσονται, κάτι για όσα επιβάλλονται. Για όλα εκείνα που μας παρουσιάζονται ως η σωτηρία μας, η σωτηρία των παιδιών μας, η σωτηρία της πατρίδας και τα οποία εν τέλει κατατείνουν στον αφανισμό όλων μας.

Κάτι για όσα φημολογούνται, κάτι για όσα μεταφέρονται από εμπιστευτικές και προσκείμενες δώθε και κείθε πηγές, κάτι για όσα κυκλοφορούν και οπλοφορούν. Για όλα εκείνα που υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να μάθουμε, αλλά μαθαίνουμε επειδή τελικά είναι ωφέλιμο για κάποιους να τα μάθουμε, ως απαγορευμένες πληροφορίες όμως. 

Μερικές φορές ο χρόνος με μπερδεύει. 

Θυμάμαι τις ημέρες του Δεκέμβρη 2008, που όλοι ούρλιαζαν για το πόσο επικίνδυνο είναι το κέντρο της Αθήνας. Κάθε μέρα ήμουν εκεί και από όσο γνωρίζω δεν έπαθα το παραμικρό. Σήμερα πάλι κάποιοι - οι ίδιοι - ουρλιάζουν για το πόσο επικίνδυνο είναι το κέντρο. Είμαι ακόμη κάθε ημέρα εκεί.

Θυμάμαι το καλοκαίρι του 2009. Η τότε κυβέρνηση παραλυμένη και παραπαίουσα προκηρύσσει εκλογές και όλοι σπάμε το κεφάλι μας γιατί "αυτοκτόνησε" πολιτικά. Μετά, καταλάβαμε ότι έπρεπε να γίνει αλλαγή φρουράς. Σήμερα, η κυβέρνηση - η νέα φρουρά - έχει παραλύσει και παραπαίει και αυτή. Επίκεινται αποφάσεις που θα μας σπαζοκεφαλιάσουν και θα της καταλάβουμε μόνο κάποιους μήνες μετά. 

Θυμάμαι την άνοιξη του 2010. Βομβαρδισμός πληροφοριών, απόψεων, τακτικών και βροχή διαψεύσεων και κατηγορηματικών αρνήσεων. Τότε που δεν θα χρεωκοπούσαμε, που δεν προσφεύγαμε στο ΔΝΤ, τότε που ψάχναμε τη λύση μέσα από την ευρωπαϊκή "οικογένεια". Σήμερα πάλι βομβαρδισμός απόψεων σχετικά με τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και τον ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης του, διαψεύσεις της χρεωκοπίας και της εξόδου από το ευρώ. Τι έχει άραγε αποφασιστεί σήμερα, πίσω από κλειστές πόρτες και παραπετάσματα διαψεύσεων; Υπομονή σε λίγους μήνες ή ημέρες θα το μάθουμε. Και ίσως αργότερα να μάθουμε ότι είχε ήδη αποφασιστεί όταν διαψεύδονταν η απόφαση.

Υπάρχει όμως κάτι σήμερα που ρίχνει απειλητικά τη σκιά του στη ζωή μου. Κάτι υπάρχει σήμερα που με κάνει να παγώνω και να στέκομαι άναυδη και αμήχανη. Κάτι υπάρχει σήμερα που μου "ρουφάει" την όποια δύναμη ή θέληση να αντιδράσω, να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και τους άλλους. 

Νόμιζα ότι αυτό το κάτι ήταν ο θάνατος. Ο θάνατος χωρίς αιτία. Ο θάνατος χωρίς λογική. Ο θάνατος από εκδίκηση. Ο θάνατος από μίσος. Όσο όμως κι αν η απολυτότητα του θανάτου μπορεί να διαψεύδει έναν άνθρωπο σαν και εμένα, που θεωρεί ότι τα πάντα είναι σχετικά, δεν μπορεί να τον απειλήσει. Δεν είναι ο θάνατος που με κάνει να στέκομαι βουβή και άπραγη, είναι η στάση της κοινωνίας απέναντι στο θάνατο που με αποκαρδιώνει.

Ένας νέος άνδρας δολοφονήθηκε λίγες ώρες πριν δει για πρώτη φορά το δεύτερο παιδί του. Ο θάνατος του για την κοινωνία ήταν μια αφορμή για υψιπετείς και αμετροεπείς δηλώσεις και πράξεις βίας και επιδοκιμασίας της βίας. Ο θάνατος ενός ανθρώπου έγινε η δικαιολογία και η αιτιολογία για το θάνατο και τον κατατρεγμό άλλων ανθρώπων. Και η κοινωνία επικροτεί και χειροκροτεί. Μπράβο, ωραία τον χρησιμοποιήσαμε και τον εκμεταλλευτήκαμε και αυτόν το θάνατο. Του χρόνου ούτε που θα τον θυμόμαστε...

Και ο θάνατος ξαναχτυπά. Λίγες ώρες αργότερα. Ένα νέο παιδί πεθαίνει σε ένα στενό στα Κάτω Πατήσια. Και η κοινωνία δεν μαθαίνει ούτε το όνομα του, αλλά μόνο τη χώρα από την οποία προέρχεται. Και δεν είναι δικός μας. Άρα ο θάνατος του δεν έχει σημασία. Όπως δεν έχει σημασία ποιος και γιατί τον σκότωσε. 

Και ο θάνατος παραμονεύει. Ανάμεσα στις ασπίδες και μέσα στις στολές των δημοσίων υπαλλήλων που τάχθηκαν στην προστασία του κοινωνικού συνόλου και των πολιτών. Ένα νέο παιδί τραυματίζεται σοβαρά από αστυνομικούς και για μέρες δίνει μάχη με το θάνατο σε ένα δωμάτιο ΜΕΘ. Ευτυχώς νίκησε. Αλλά η κοινωνία έχει ήδη χάσει τη μάχη της, και μόνο από το γεγονός ότι αυτό το παιδί χρειάστηκε να αναμετρηθεί με το θάνατο. 

Η κοινωνία μας πεθαίνει, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που είπαν "δεν συμφωνώ, αλλά καλά κάνουν στους μετανάστες, από την ημέρα της δολοφονίας έχει καθαρίσει ο τόπος". Η κοινωνία μας πεθαίνει, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που είπαν "ε, καλά κάτι θα έκανε και αυτός για να του την πέσουν οι μπάτσοι". Η κοινωνία μας πεθαίνει, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που είπαν "κόμμα διαλέγεις ανάλογα με το τι σε συμφέρει από αυτά που λέει το καθένα". Η κοινωνία μας πεθαίνει, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που είπαν "δεν έχει σημασία τι κοινωνία θέλεις να φτιάξεις, η οικονομία καθορίζει τι θα κάνεις". Η κοινωνία μας πεθαίνει, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που είπαν "ο λαός δεν μπορεί και δεν πρέπει να γνωρίζει όλα όσα συζητιούνται ή αποφασίζονται". 

Η κοινωνία μας πεθαίνει. Δεν ελπίζω σε τίποτα. Δεν είμαι όμως ελεύθερη, είμαι απλώς απελπισμένη.

GatheRate

3 σχόλια:

  1. Η γενική αίσθηση και ατμόσφαιρα την οποία προσδιορίζει το άρθρο σου πλακώνει και τη δική μου την ψυχή, κι ας μην είμαι στην Ελλάδα. Για μένα έγινε φανερό με το που ξεκίνησα να διαβάζω και να γράφω στην Ελληνική μπλογκόσφαιρα. Καλά-καλά δεν είχα αρχίσει, και ήρθε ο Μάιος του 2010. Από τότε, μπλόγκ σταματάνε, και μετά συνεχίζουν, ή αραιώνουν, ή εξαφανίζονται, γνώμες και λεγόμενα ανησυχούν... πράγματι σαν επιθανάτιος ρόγχος μοιάζει.

    Έχω μάθει κι εγώ δυό πράγματα από τη ζωή μου για τον θάνατο, πραγματικό και μεταφορικό. Ο χειρότερος θάνατος είναι εκείνος που κρατάει κάποιον ζωντανό, φυλακισμένο στην απραξία και την στασιμότητα. Καταλαβαίνω πάρα, πάρα πολύ καλά την τελευταία σου φράση, και έχω βρεθεί κι εγώ σε απελπισία καμιά δυό φορές στη ζωή μου. Εκείνες οι φορές βέβαια ήταν προσωπικές και όχι από το περιβάλλον, όπως αυτή που περιγράφεις.

    Όμως δεν μπορώ να δεχτώ ποτέ να με περικυκλώσει ο θάνατος ή, η απελπισία. Σημασία δεν έχει για μένα τι είχα αλλά τι έχω τώρα και τι μπορώ να φτιάξω στο μέλλον. Όχι από αγαθά, αλλά από ζωή μέσα στην ψυχή μου. Από αγαθά, μπορώ να πω ότι δεν έχουν την παραμικρή αξία. Έχω μείνει και στο Waldorf Astoria και σε Motel με σύριγγες αφημένες στους διαδρόμους. Έχω καπνίσει πούρα Αβάνας κι έχω ψάξει στα σκουπίδια μου για γόπες που να έχουν ακόμα δυό ρουφηξιές πάνω τους. Μπορώ να στηθώ και να φερθώ καλά σε ένα διοικητικό συμβούλιο, και να κοιτάξω στα μάτια ένα πρεζάκια τα μεσάνυχτα στη 10η λεωφόρο να με φοβηθεί εκείνος πριν τον φοβηθώ εγώ. Αυτά όλα είναι άνευ σημασίας ή έννοιας, ή αξίας. Αυτό που έχει αξία είναι να μην χολώσει η ψυχή όσο και να πονάει η καρδιά. Την ψυχή σου και τα μάτια σου. Να βλέπουν τα μάτια σου καλά και η ψυχή να μην απελπίζεται, γιατί είναι ζωντανή, και, το τι βλέπουν τα μάτια, το αποφασίζει εκείνη.

    Όσο για το ότι προσπαθούσες μέρες να γράψεις κάτι, άξιζε η αναμονή :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δημήτρη καλημέρα. Παρά τις κατά καιρούς δύσκολες προσωπικές στιγμές, ποτέ δεν ένιωσα απελπισμένη. Τώρα όμως με αυτό που βλέπω να γίνεται γύρω μου, απελπίζομαι. Και η απελπισία δεν έγκειται στην αμφιβολία για την προσωπική και οικογενειακή επιβίωση, αλλά στο γεγονός στην αμφιβολία του πως και πόσο καλά μπορεί κάποιος να ζήσει μέσα σε μια πεθαμένη κοινωνία. Και σε αυτή την περίπτωση, αρχίζεις να αμφιβάλλεις αν ό,τι κάνεις ή μπορείς να κάνεις, είναι αρκετό. Στα προσωπικά ζόρια, λες θα το παλέψω και θα το νικήσω, στα συλλογικά ζόρια όμως ξέρεις ότι πρέπει να το παλέψεις συλλογικά για να το νικήσεις. Όταν λοιπόν δεν βλέπεις φως από πουθενά, απελπίζεσαι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αυτό είναι αλήθεια, Eskarina, και το βλέπω τώρα που αναρωτιέμαι τι κάνω και μπλογκάρω μέσα σε αυτή την εικόνα θανάτου χωρίς φως για δεκαετίες, που είναι η υπόλοιπη ζωή. Για μένα είναι μάλλον θλίψη και απογοήτευση. Αλλά αυτό που περιγράφεις δεν είναι παρά κάτι όσο απόλυτο (και πραγματικό) όσο ένας θάνατος, άρα, τα ίδια μέτρα επιβιώσεως ισχύουν: πρέπει να προχωρήσουμε μπροστά προς όπου μπορούμε και προς όπου είναι βιώσιμο. Να βοηθήσουμε να αλλάξει κάτι είναι αλτρουιστικό αλλά δυστυχώς πέρα κάθε ρεαλισμού. Αυτό που πρέπει να αλλάξει θα αλλάξει μόνο με το ζόρι και μόνο στις επόμενες γενιές αν τα καταφέρουνε.

    Τώρα, μάλλον μπαρούφα θα πω, αλλά ας την πω, το έθνος του Ισραήλ όταν σταμάτησε να έχει πατρίδα αργά ή γρήγορα διέπρεψε όπου είχε σπαρθεί. Κι εμείς, στην Βοστώνη, Νέα Υόρκη, Σικάγο, Μελβούρνη, υπάρχουμε. Ας προχωρήσουμε εκεί. Αν ο καθένας που θα δεχτεί το άτοπο του κράτους της Ελλάδας προχωρήσει, αλλού, να φτιάξει μια καλή ζωή, όλοι αυτοί θα αποτελέσουν αργά ή γρήγορα μια ομάδα που θα κρατήσει τουλάχιστον τη γλώσσα, τις παραδόσεις και το πνεύμα. Αυτό άλλωστε δεν είναι η Ελλάδα; η γλώσσα, οι παραδόσεις και το πνεύμα, τα οποία είναι χρόνια τώρα υπό διωγμό μέσα στο κράτος της Ελλάδας άσχετα από χρέη και οικονομικά. Αυτά μπορούν να επιζήσουνε αλλού όπως ήδη επιζούν αλλού, πολύ καλύτερα από εντός. Ίσως μάλιστα αυτό το γεγονός να είναι και το μόνο φως που φαίνεται αν προσπαθήσουμε να το δούμε.

    Είμαι σίγουρος ότι οι επιβάτες του Τιτανικού ήταν απελπισμένοι μέσα στις λίγες βάρκες βλέποντας το πλωτό παλάτι τους να βουλιάζει, όμως, οι περισσότεροι από αυτούς που σώθηκαν έζησαν καλές και ευτυχισμένες ζωές μετά.

    Καλή σου μέρα και καλή βδομάδα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή