Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Τρεις φωτογραφίες και μια προφητεία

1. Κάθε βράδυ, πριν ξαπλώσω, φιλώ τη μόνη οριστική, αμετάκλητη και αδιαπραγμάτευτη δέσμευση που έχω επιτρέψει στον εαυτό μου. Ο γιος μου, πολλές φορές, μέσα στον ύπνο του, απλώνει τα χέρια του και με αγκαλάζει γύρω από το λαιμό, κρατώντας με για αρκετή ώρα. 

(Μακάρι να μην χρειαστεί ποτέ να επιβεβαιώσω ότι αυτό το συναίσθημα καταργεί κάθε όριο που μπορεί να διαθέτω σαν άνθρωπος, κυρίως διότι κατά βάθος ξέρω ότι τότε θα είμαι ικανή για τα πάντα)

2. Στο πεζοδρόμιο, απέναντι από το γραφείο μου, κάθεται, κάθε μέρα, ένας γερασμένος,  απροσδιόριστης όμως ηλικίας, άνδρας. Σκυφτός, κουρασμένος, αλλά όχι ταπεινωμένος. Κρατάει ένα πλαστικό ποτήρι, αλλά δεν το απλώνει, ούτε ζητάει χρήματα. Αν του αφήσεις χρήματα, δεν θα σου μιλήσει. Θα σηκώσει το κεφάλι του και θα σε κοιτάξει στα μάτια. Άφωνος, αλλά όχι σιωπηλός.

(Δεν υπάρχει πιο δυνατή κραυγή από τη σιωπή. Δεν υπάρχει πιο σαφές μήνυμα από αυτό που στέλνουν τα μάτια ενός ανθρώπου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη υποκρισία από το να μην καταλαβαίνεις.)

3. Στον περιφερειακό, στα Τουρκοβούνια, ένας παππούς, που ήδη διανύει, αν όχι εξαντλεί, την όγδοη δεκαετία της ζωής του, περπατά στο στενό πεζοδρόμιο, στηριζόμενος σε ένα μπαστούνι, ενώ με το ελεύθερο χέρι του προσπαθεί να κρατήσει μια αγκαλιά χόρτα που έχει μαζέψει.

(Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας. Το μάζεμα χόρτων είναι μια από εκείνες τις ασχολίες που, στο μυαλό μου, ήταν άμεσα συνδεδεμένες με ένα χωράφι, με ένα χωριό. Δεν είχα ξαναδεί να μαζεύουν χόρτα μέσα στην πόλη.)


 
Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '80, σε ένα σαλόνι σε ένα σπίτι στην ελληνική επαρχία, ένα μεσημέρι καλοκαιριού, δύο άντρες, που έζησαν και πολέμησαν στην Κατοχή και στον Εμφύλιο, συζητούν.
- Δημήτρη, το τέταρτο Ράιχ θα είναι οικονομικό.
- Απόστολε, νομίζω ότι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι έχουν γίνει μάθημα σε όλους.

(Είκοσι και πλέον χρόνια μετά, οι άνδρες αυτοί έχουν πεθάνει, αλλά όχι τα λόγια τους.)

GatheRate

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Τεστ ιεράρχησης κοινωνικών προτεραιοτήτων

Ψηλά - χαμηλά γνωρίζουμε, ως κοινωνία, τι θα θέλαμε να γίνει ή να μην γίνει. Τι θα επιλέγαμε όμως εάν δεν μπορούσαμε να τα έχουμε όλα, ή ακόμη χειρότερα εάν κάποια από αυτά έρχονταν με τίμημα την απώλεια κάποιων άλλων; Στην επίλυση αυτής της απορίας, το σεμνό τούτο ιστολόγιο επιθυμεί να συνεισφέρει (μπλα μπλα μπλα).

Στην συνέχεια ακολουθούν μερικές ερωτήσεις. Για τις ανάγκες της παρούσας, θεωρείστε ότι είναι εφικτά να πραγματοποιηθούν και τα δύο σκέλη της κάθε ερωτήσεως και μάλιστα το ένα σε σχέση με το άλλο. 

1. Θα δεχόμασταν την εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης - πραγματικά - αδιάφθορων ανθρώπων, χωρίς τη λειτουργία βουλής και με αντίστοιχη περιστολή των δικαιωμάτων μας για ένα - σύντομο έστω - χρονικό διάστημα;
 
2. Θα δεχόμασταν την αποπληρωμή όλου του χρέους της χώρας, με αντάλλαγμα την τροποποίηση ενός - οποιουδήποτε - άρθρου του Συντάγματος;

3. Θα δεχόμασταν την επίλυση του μεταναστευτικού προβλήματος, εάν αυτή η - πραγματοποίησιμη - επίλυση προέβλεπε την απονομή υπηκοότητας σε όλους τους μετανάστες;

4. Θα δεχόμασταν την τιμωρία όλων των βουλευτών από μια επιτροπή που θα έκρινε ποιοι έχουν υποπέσει σε δωροδοκία/δωροληψία, εάν αυτό γίνονταν με νομικούς κανόνες, που θα δημιούργουνταν μόνο για αυτό το σκοπό και κατά παρέκκλιση από το ισχύον δίκαιο;

5. Θα δεχόμασταν την παρουσία τριών αστυνομικών έξω από κάθε σπίτι, προκειμένου να παταχθεί η εγκληματικότητα;

GatheRate

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Χυδαίοι, πρόστυχοι και άνοες αντάμα

Αυτός ο κόσμος έχει πολύ θόρυβο. Απόψεις και εμμονές, αλήθειες και ψέματα, ιδέες και ιδεοληψίες μας περιτριγυρίζουν και μας κυκλώνουν, σε καθημερινή βάση. Δεν ακούμε πια ούτε τις σκέψεις μας, από τη φασαρία. Δεν μπορεί να είναι φυσιολογικό όλο αυτό, και σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να είναι καλό. Όταν δεν μπορείς να σκεφτείς για τον εαυτό σου, τότε αναπόδραστα θα υιοθετήσεις αυτό που κάποιος άλλος σου πλασάρει ως σκέψη, άποψη, θέση.

Οι απόψεις έχουν καταντήσει οχυρωματικά έργα. Κρύβεσαι πίσω από αυτές και αμύνεσαι, υπέρ τίνος και για ποιό λόγο, δεν έχεις ιδέα. Ίσως υπέρ μια αόριστης υπεράσπισης της άποψης. Να μείνουμε σταθεροί στις απόψεις μας, κι ας αλλάζουν όλα. Υπέρ ημών και κατά των άλλων. Ποιοί είμαστε όμως εμείς και ποιοί οι άλλοι; Δεν έχει σημασία, διαχωριστικές γραμμές πάντα μπορούν να βρεθούν, ακόμη και να εφευρεθούν, εάν είναι απαραίτητο για να κρατήσουμε τη γραμμή άποψης. Όλοι ίδιοι, όχι όλοι ίσοι.
Καταφέραμε, με μεγάλη προσπάθεια, να απομυθοποιήσουμε την ιδέα της μιας και μοναδικής αλήθειας και να απαξιώσουμε τους φερόμενους κατόχους της, μόνο και μόνο για να φτιάξουμε ο καθένας τη δική του κίβδηλη αλήθεια και να ανακηρυχθούμε εμείς σε κατόχους και ιεροκήρυκες. Πίσω από την ηθικολογία μας και την ψευδεπίγραφη ηθική μας, κρύβουμε την άγνοια μας, την ανομολόγητη ηδονή που μας προσφέρει η καταστροφή, την γλυκιά εκδίκηση που πάντα περίμενε η μισαλλοδοξία μας και κηρύττουμε το λόγο της αλήθειας μας, κατακεραυνώντας τους αλλόδοξους και πεπλανημένους.

Οι ιδέες, στην ανόθευτη μορφή τους, αντικαταστάθηκαν από τις συνθετικές ιδεοληψίες, ακολουθώντας, κατά τραγική ειρωνεία, την εξέλιξη των ναρκωτικών ουσιών, από τα ακριβά στα φθηνά. Ο,τιδήποτε για να φτιαχτούμε. Ο,τιδήποτε για να νιώσουμε καλά, καλύτερα, στην κορυφή του κόσμου, να καυλώσουμε με τον εαυτό μας και την ανωτερότητα του.

Υπερπληθυσμός άδειων άνθρωπων, που γεμίζουν το κενό του μυαλού, με μασημένη τροφή, από τους σωλήνες τροφοδοσίας των ΜΜΕ. Όχι, δεν θέλουμε να μάθουμε, δεν θέλουμε να δούμε. Χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης διανόησης δεν έχουν καμία αξία, δεν μπορούν να δείξουν κάτι σημαντικό, δεν μπορούν να μας διδάξουν κάτι πολύτιμο. Κάποτε έκαιγαν βιβλία, με την ελπίδα να κάψουν τις ιδέες και ανθρώπους για να κάψουν τις σκέψεις τους, σήμερα δεν χρειάζεται. Έχουμε κάψει οικειοθελώς το μυαλό μας, έχουμε κάψει την επθυμία να διαβάζουμε. Έχουμε την αλήθεια μας και την ηθικολογία μας να σκεπάζει σαν φύλλο συκής την γύμνια του μυαλού μας, τη χυδαιότητα της άγνοιας μας και την προστυχιά της άρνησης μας να γίνουμε κάτι περισσότερο από σάρκινες μηχανές.

Η ανθρωπότητα ξαναγυρνάει στην αρχέγονη πνευματική σούπα, από την οποία αναδύθηκε, με ιλλιγγιώδη ταχύτητα.

GatheRate

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Όχι εγώ, ένας φίλος μου

Αν  θέλεις να ξέρεις τι σκέφτονται πραγματικά οι συγγενείς ενός νεκρού γι' αυτόν, ένας καλός και απλός τρόπος είναι να ζυγίσεις το βάρος της ταφόπλακας κάτω από την οποία είναι θαμμένος.

Το κοινό είναι γουρούνια. Η διαφήμιση είναι το ραβδί που κάνει θόρυβο καθώς ανακατεύει το φαγητό τους στην ταΐστρα.

Κάθε ευφυής νεαρός στα δεκαέξι είναι σοσιαλιστής. Σε εκείνη την ηλικία δεν βλέπει το αγκρίστρι που κρύβεται κάτω από το μάλλον χοντροκομμένο δόλωμα.

Δεν έφταιγε η φτώχεια, αλλά η αξιοπρεπής φτώχεια που τους είχε κάνει κακό. Ποτέ δεν είχαν το θάρρος να τολμήσουν και απλώς να ζήσουν με ή χωρίς χρήματα [...].

Καλύτερα βασιλιάς στην κόλαση παρά υπηρέτης στον παράδεισο. Καλύτερα υπηρέτης στην κόλαση παρά υπηρέτης στον παράδεισο. 

Το χρήμα είναι πιο ισχυρός πόλος έλξης από το αίμα.

Κανένας πλούσιος δεν καταφέρνει να παραστήσει τον φτωχό. Γιατί το χρήμα, όπως και το έγκλημα, αποκαλύπτεται.

Η φτώχεια, όπως και κάθε άλλη βαριά πληγή, πρέπει πότε πότε να ξεσκεπάζεται.

Το χρήμα είναι το τίμημα της αισιοδοξίας.

Οι επαφές με τους πλούσιους, όπως και οι επισκέψεις σε μεγάλα ύψη, πρέπει να είναι πάντα σύντομες.

[...] και πραγματικά είναι αστείο όταν έχεις καταναλώσει καλό φαγητό και καλό κρασί - να αποδεικνύεις ότι ζούμε σε έναν νεκρό και σάπιο κόσμο.

Όσο περίτεχνα κι αν γίνεται, η ελεημοσύνη δεν παύει να είναι φριχτό πράγμα. Υπάρχει μια δυσφορία, σχεδόν ένα κρυφό μίσος, ανάμεσα σε αυτόν που δίνει και σε αυτόν που παίρνει.

Η ελεημοσύνη σκοτώνει τη φιλία.

Κανένα συναίσθημα δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία όταν στέκεσαι σε μια γωνιά του δρόμου μέσα στον τσουχτερό αέρα.

Δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται το να πας κατά διαβόλου. Μερικές φορές η σωτηρία σε βρίσκει όπως το κυνηγόσκυλο ράτσας βρίσκει το θήραμα.

Ο πολιτισμός μας στηρίζεται στην πλεονεξία και στο φόβο, αλλά στη ζωή των απλών ανθρώπων η πλεονεξία και ο φόβος μετασχηματίζονται μυστηριωδώς σε κάτι πιο ευγενές.

*Αποσπάσματα από το βιβλίο "Η παγίδα του χρήματος" του Τζώρτζ Όργουελ.

GatheRate

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Συρραφές πραγματικότητας

Ι. Ζω μέσα στις ρυτίδες του χρόνου, γιατί ξέρω ότι είναι ματαιόδοξος σαν γυναίκα και εκεί δεν θα με ψάξει ποτέ. Ξεκουράζομαι στις χαραμάδες της ζωής μου, γιατί εκεί λάμπει ο ήλιος. Βαδίζω στα στενά σοκάκια ανάμεσα στα συνώνυμα και πετώ πάνω από τις λεωφόρους των αντίθετων, γιατί εκεί υπάρχει ένας απέραντος ανεξερεύνητος κόσμος. Τρέφομαι από τις λεπτές, αδιόρατες διαφορές των εννοιών που μοιάζουν ίδιες, γιατί έτσι μαθαίνω να σκέφτομαι. Πίνω χαρά και γνώσεις από βιβλία, γιατί έμαθα ότι εκεί είναι αστείρευτες. Αγγίζω την αγάπη στα χέρια που κρατώ, γιατί εκεί είναι όλη η ζεστασιά του κόσμου. Δεν μπορείς να με φοβίσεις, δεν μπορείς να με νικήσεις, δεν μπορείς καν να με αγγίξεις,  γιατί κάθε βράδυ, σνιφάρω λίγη από την ευτυχία που κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο.  

ΙΙ. Λοιπόν, λυπάμαι αλλά το μέλλον δεν μας επιφυλάσσει ρόδινες ημέρες και δεν φταίει αυτό, για όσα έρχονται. Κοιτάω γύρω μου και δεν βλέπω ανθρώπους πια. Βλέπω μηχανές παραγωγής σκατού και παιδιών. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τίποτα περισσότερο από την προσωπική επιβίωσή του και μόνο. Κι αν αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί με το ένστικο επιβίωσης (άλλωστε τόσα και τόσα του έχουμε αποδώσει, μπορούμε να του αποδώσουμε και την αποκτήνωση μας), δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με τον ίδιο τρόπο η άγνοια (;) εκούσια ή ακούσια, του γεγονότος ότι, είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει, κανείς δεν μπορεί να επιβιώσει, μαχόμενος (ενάντια σε ό,τι μάχεται ο καθένας) χωρίς τη συνεργασία με άλλους. Η Φύση, την οποία χρησιμοποιούμε για να εξηγήσουμε ή να δικαιολογήσουμε τόσες και τόσες πρακτικές, μας δείχνει, για την ακρίβεια μάς έχει πετάξει κατάμουτρα την αλήθεια ότι τίποτα, ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ δεν επιβιώνει αυθύπαρκτο και εξ ιδίων, ότι αργά ή γρήγορα θα στηριχθεί σε κάτι άλλο, με το οποίο, είτε θα συνεργαστεί, είτε θα εξαφανιστεί. Εμείς, και ως εμείς εννοώ το ανθρώπινο είδος (που μαύρη η ώρα που εμφανίστηκε στο πρόσωπο της γης, θα έλεγαν, αν μπορούσαν, πολλά άλλα είδη), δεν εννοούμε να κατανοήσουμε τη μεγαλύτερη αλήθεια της Φύσεως, την αλληλεπίδραση και την αλληλεξάρτηση. Δεν πειράζει όμως, η Φύση είναι της λογικής "όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος"... Και για να έρθουμε και στα καθ' ημάς,  αυτό που έχω καταλάβει για την ελληνική κοινωνία, όπως τη ζω, είναι ότι όλοι είμαστε διατεθειμένοι και πρόθυμοι να προσφέρουμε την κόλαση στο διπλανό μας, αρκεί αυτό να μας εξασφαλίζει, ή να νομίζουμε ότι μας εξασφαλίζει, την επιβίωση μας.

ΙΙΙ. Σε αυτό που λέγεται social media, υποτίθεται ότι γεννιούνται νέοι τρόποι επικοινωνίας, διαπροσωπικής και κοινωνικής, και συνεπώς νέοι κανόνες και κατ' επέκταση νέα ήθη. Τίποτα δεν θα μπορούσε να περισσότερο ψευδές από αυτό. Το ψεύδος βέβαια έγκειται στο γεγονός ότι η παραπάνω δήλωση, στη γενικότητα της, αποτυπώνει ευσεβείς πόθους, τους ευσεβείς πόθους ότι μια νέα μέθοδος μπορεί να αλλάξει τα παλιά μυαλά των ανθρώπων. Φοβάμαι όμως πως ό,τιδήποτε νέο κι αν υπάρξει, εάν οι άνθρωποι το αντιμεωπίσουν με την παλαιά νοοτροπία, τότε μάλλον θα το καταστρέψουν ή στην καλύτερη περίπτωση θα του στερήσουν τη νεωτερικότητα του.

IV. Αρχικά, προσέλαβε θρησκευτικές διαστάσεις. Οι "κακοί" έπρεπε να τιμωρηθούν. Και ως "κακοί" υποβολιμιαία νοήθηκαν οι καροτοκυνηγούντες, οι οποίοι ναι μεν έκαναν τα λάθη τους, αλλά ακόμη και σε συνθήκες δευτέρας παρουσίας, δεν θα μπορούσαν ούτε να παραστήσουν πειστικά το "απόλυτο κακό". Λίγη σημασία όμως έχει τι μπορούν και τι δεν μπορούν. Το κλειδί πάντα ήταν στην πλύση εγκεφάλου. Όσο όμως και να πλένεις έναν εγκέφαλο που λειτουργεί, αργά ή γρήγορα, βγαίνει από το πλυντήριο και αποφασίζει να σταματήσει να παριστάνει το γαργιασμένο σώβρακο και να κάνει αυτό για το οποίο υπάρχει : να σκέφτεται. Και τότε τα πράγματα ζορίζουν και στα ζόρια χρειάζονται ζόρικες λύσεις. Ο καλύτερος τρόπος για να εμποδίσεις τις σκέψεις είναι να τις σκοτώσεις στη γέννα, χρησιμοποιώντας το φόβο. Κανένας φοβισμένος δεν σκέφεται, ή τουλάχιστον δεν σκέφτεται καθαρά. Φορτωθήκαμε λοιπόν το προπατορικό αμάρτημα (35 χρόνια καρότου), άρα θα τιμωρηθούμε σκληρά και παραδειγματικά. Η θρησκεία μας έμαθε άλλωστε ότι πρέπει στωικά να υποστούμε την τιμωρία, όσο και αν την φοβόμαστε. Και πρέπει να την φοβόμαστε, διότι θα είναι αμείλικτη. Και ημέρα της Κρίσεως ήρθε και εμείς εμφανιζόμαστε ταπεινωμένοι και φοβισμένοι. 

V. Άκουγα για μεγαλεπίβολα σχέδια, αλλά και για συνωμοτικά πλάνα, και πάντα αναρωτιόμουν με ποιον ακριβώς τρόπο "στρατεύονται" οι άνθρωποι, οι οποίοι σε αρκετές περιπτώσεις αριθμούνται σε εκατοντάδες και χιλιάδες,  υπό την έννοια της κοινής εργασίας και συνεργασίας. Η αυτονόητη απάντηση είναι το κίνητρο. Ως κίνητρο μπορούμε να ορίσουμε το βραχυ-μεσο-μακροπρόθεσμο συμφέρον ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, υπό συγκεκριμένες συνθήκες και σε συγκεκριμένο χρόνο. Και φυσικά δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι τα κίνητρα επηρεάζονται από τις προσωπικές μας θεωρήσεις, αντιλήψεις, ηθικές δεσμεύσεις. Το κίνητρο, παρότι είμαι πεπεισμένη ότι είναι η σωστή απάντηση, πάντα μου άφηνε απορίες, στις περιπτώσεις που το επιτελούμενο "έργο" δεν είχε θετικό πρόσημο. Πως, με ποιον τρόπο πείθεται ένας άνθρωπος να συμμετάσχει σε κάτι που φαίνεται να είναι αρνητικό, κακό, ή ακόμη και όταν ο ίδιος ο συμμέτοχος το θεωρεί κακό; Και σε ένα ακόμη δυσκολότερο σενάριο, πως λειτουργεί το κίνητρο για έναν συμμετέχοντα, που βρίσκεται, ως εκ της θέσεως και του βαθμού συμμετοχής του, μακριά  από τις ωφέλειες του "έργου"; Τότε αντιλήφθηκα το λάθος και την παγίδα του ερωτήματος που έθετα στον εαυτό μου. Κίνητρο για κάποιον άνθρωπο δεν είναι απαραίτητα οι ωφέλειες που θα αποκομίσει από την ολοκλήρωση του "έργου". Κίνητρο για έναν άνθρωπο μπορεί να  οι ωφέλειες που θα αποκομίσει από τη συμμετοχή του (και μόνο) στην συλλογική προσπάθεια για την ολοκλήρωση του "έργου", ακόμη κι αν από το "έργο" καθ' εαυτό δεν έχει να προσδοκά ατομικά καμία ωφέλεια.


GatheRate

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Ένα καλό βιβλίο

Ένα καλό βιβλίο είναι μια δραστική ουσία. Μπαίνει από τα μάτια, φτάνει στον εγκέφαλο και καταλήγει στη ροή του αίματος. Από εκεί, οι λέξεις, τα συναισθήματα, οι εικόνες κατακλύζουν το σώμα σου. Κυλούν μέσα σου και σε κυριεύουν. Σκέφτεσαι σαν το συγγραφέα, σκέφτεσαι αυτά που θέλει ο συγγραφέας. 

Ένα καλό βιβλίο σου δείχνει αυτά που έχεις ήδη δει, αλλά ποτέ δεν πρόσεξες. Βλέπεις περασμένες ζωές σου, που κράτησαν μια στιγμή ή χρόνια. Αλλά πλέον κοιτάς με προσοχή. Διαβάζεις τις σκέψεις σου, ακούς τις εικόνες και γεύεσαι τα συναισθήματα. Τα βλέπεις όλα ξανά, αλλιώς ή για πρώτη φορά. 

Η μια σελίδα μετά την άλλη σε απομακρύνουν από τη ζωή που ζεις, τώρα, αυτή την ημέρα, αυτή την ώρα. Σε τραβούν μακριά και σου δείχνουν τη δίνη, προς την οποία τρέχεις με όση δύναμη έχουν τα μάτια σου και το μυαλό σου, ενώ καταβροχθίζεις τις λέξεις. 

Ένα καλό βιβλίο ποτέ δεν επιλέγεις να σταματήσεις να το διαβάζεις. Σε αναγκάζουν. Οι προσταγές της ζωής που ζεις εκείνη την ημέρα, εκείνη την ώρα, αργά ή γρήγορα θα απαιτήσουν να κλείσεις το βιβλίο. Και θα το κάνεις, αλλά μόνο μέχρι να βρεις την ευκαιρία να το ξανανοίξεις. Δεν ξεφεύγεις από την επήρεια του. Κυλάει μέσα σου, το σκέφτεσαι, το νιώθεις, το αποζητάς. Τα κύματα της πραγματικότητας σε σκεπάζουν το ένα μετά το άλλο, και κάθε φορά παίρνουν από πάνω σου ένα μικρό κομμάτι της παραζάλης, ποτέ όμως ολόκληρη.

Ένα καλό βιβλίο θα σε καλεί ξανά και ξανά και εσύ θα το συναντάς ξανά και ξανά, μέχρι να συναντήσετε το θάνατο μαζί. Μικρό και άδοξο, όπως πρέπει σε ένα καλό βιβλίο. Να πέσετε μαζί με δύναμη πάνω στην τελευταία λέξη. Ένας θάνατος σε περιμένει στο τέλος κάθε καλού βιβλίου και θα είσαι τυχερός να τον ζήσεις. 


GatheRate

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Η νομιμότητα του αδιεξόδου

Κατά τη συζήτηση της πρότασης σύστασης προανακριτικής επιτροπής στη Βουλή, προχθές, ο Βενιζέλος ευθαρσώς δήλωσε ότι διατηρεί αντίγραφα δημοσίων - και ίσως και απορρήτων - εγγράφων στο σπίτι του. Μια τέτοια δήλωση, μόνο πανικό μπορεί να προδίδει, στο μέτρο που η εν λόγω πράξη κινείται στις παρυφές της νομιμότητας, αλλά έγινε επίληση της προκειμένου να καταδειχθεί ότι άλλη πράξη - αυτή της αντιγραφής και διατήρησης αντίγραφου της λίστας Λαγκάρντ - δεν είναι τόσο επιλήψιμη όσο φέρεται να είναι. Γιατί όμως ο Βενιζέλος διακατέχεται από τέτοιο πανικό; Μια εκδοχή είναι ότι η παραπομπή του σε προανακριτική επιτροπή αναπόφευκτα θα έφερνε στο φως και άλλα επιβαρυντικά για τον ίδιο στοιχεία. Μια άλλη εκδοχή είναι ότι η παραπομπή του σε προανακριτική επιτροπή θα τραυμάτιζε, ίσως ανεπανόρθωτα, την εικόνα της συγκυβέρνσης στην οποία συμμετέχει. Όποια από τις παραπάνω και αν είναι η αληθινή, λίγω σημασία έχει, υπό την έννοια ότι και οι δύο αυτές εκδοχές δείχνουν την προσπάθεια να αποφευχθεί ένα αποτέλεσμα, για ιδιοτελείς σκοπούς. Όπως λίγη σημασία έχει και ως προς το γεγονός ότι για να αποφευχθεί θα έπρεπε οι βουλευτές της συγκυβέρνησης να απόσχουν από την υπερψήφιση της προτάσεως παραπομπής του Βενιζέλου. Ο πανικός του λοιπόν είχε περισσότερο να κάνει με το εάν οι βουλευτές θα μπορούσαν να τηρήσουν την κομματική γραμμή, άσχετα από τις προσωπικές πεποιθήσεις τους. Δηλαδή εάν κάποιοι βουλευτές θα ψήφιζαν με τρόπο ευθέως αντίθετο προς τη συνείδηση τους και το Σύνταγμα.

Από την άλλη πλευρά, τους τελευταίους μήνες το νομοθετικό έργο παράγεται κατά κύριο λόγο με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, οι οποίες, για το τυπικό, μεταγενέστερα κυρώνονται από το νομοθετικό σώμα, δηλαδή τη Βουλή. Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου είναι ένα εργαλείο, το οποίο παρέχεται προκειμένου να καθίσταται εφικτή η νομοθετική κάλυψη σε περιόδους ή υπό συνθήκες που άλλως δεν θα ήταν εφικτή. Ουδόλως, όμως είναι ο τυπικός, νόμιμος και νομότυπος τρόπος παραγωγής νομοθετικού έργου.

Από την άλλη πλευρά, και εκείνα τα λίγα νομοσχέδια, που δεν αναλώνονται στην ψήφιση - έγκριση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου και φέρονται προς ψήφιση στη Βουλή, συνήθως έρχονται με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, δηλαδή με μικρότερο χρόνο συζήτησης. Και τελικά όλα τα νομοσχέδια (υπερ)ψηφίζονται με βάση και γνώμονα την κομματική πειθαρχία των κομμάτων της συγκυβέρνησης. 

Κάπως έτσι λοιπόν παράγεται σήμερα η νομοθεσία στην Ελλάδα. Σίγουρα είναι - οριακά - νομότυπη, στο μέτρο που έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία, αλλά είναι εν τέλει νόμιμη; Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι ούτε τα δικαστήρια έχουν δικαίωμα να ελέγξουν αυτό το σκέλος, παρά μόνο στο μέτρο της συνταγματικής αντίφασης. Κι αν τελικά, σήμερα στην Ελλάδα, έχουμε μόνο νομότυπους και όχι νόμιμους νόμους, οι πολίτες συνεχίζουμε να υπέχουμε υποχρέωση τήρησής τους; 

Το σημαντικότερο όμως ερώτημα ανακύπτει σε σχέση με το τι είναι τελικά η νομιμότητα; Η συμμόρφωση με τους νόμους, θα ήταν μια πρώτη απάντηση. Στην περίπτωση όμως που υπάρχουν - αν μη τι άλλο - αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα των νόμων, πως ακριβώς μπορούμε να μιλάμε για νομιμότητα που προκύπτει από τη συμμόρφωση προς αυτούς. Αν αύριο γίνει νόμος - με τη νόμιμη διαδικασία, ήτοι νομότυπα - ότι αντί για καλημέρα, θα είμαστε υποχρεωμένοι να λέμε "άντε γαμήσου", θα σπεύσουμε να συμμορφωθούμε αδιαμαρτύρητα ; Κι αν όχι, θα έχουμε πάψει να είμαστα νόμιμοι ή νομιμόφρονες;

Μήπως τελικά έχουμε καταλήξει να τηρούμε τα προσχήματα και όχι τους νόμους; Μήπως τελικά η γυναίκα του Καίσαρα δεν είναι τίμια, αλλά καταβάλει δεινές προσπάθειες να δείχνει τέτοια; Μήπως τελικά η νομιμότητα που προέρχεται από αμφισβητούμενης νομιμότητας νόμους είναι η ταφόπλακα κάτω από την οποία τα σκουλήκια κάνουν πάρτυ στο εν αποσύνθεση σώμα της κοινωνίας;

GatheRate