Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

Ευτυχώς...

Και επειδή το σύμπαν είναι πάντα καλό μαζί μας, μετά την μάλλον ατυχή έναρξη της ημέρας (βλ. προηγούμενη ανάρτηση), έρχεται κάτι για να με κάνει να νιώσω καλύτερα. 

Διάβαζα στον πρκλς, τις τελευταίες δημοσιευμένες αναρτήσεις, ώσπου έφτασα στην ανάρτηση για τη Σαπφώ. Εκεί παρατίθεται ένα κείμενο του Καστοριάδη, σύνδεσμος προς το οποίο παρέχεται στο τέλος της ανάρτησης του πρκλς. Ακολούθησα τον σύνδεσμο και βρέθηκα, στην ανάλυση κάποιων στίχων της Αντιγόνης (μπορείτε να βρείτε το πλήρες κείμενο εδώ).

Στο κείμενο αυτό, ο συγγραφέας εξηγεί ότι " Μερικές μεταφραστικές δυσκολίες μας οδηγούν στη διαπίστωση πως οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές στηρίζονταν συχνά σ' ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της ελληνικής γλώσσας, κοινό πιθανώς μ' άλλες πρωτογενείς γλώσσες, γνώρισμα που μπορούμε να αποκαλέσουμε αδιαίρετη πολυσημία των λέξεων και των γραμματικών πτώσεων. Οι νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες δεν έχουν πλέον αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα, και οι ποιητές προσέφυγαν σε άλλες οδούς προκειμένου να δημιουργήσουν μια συγκρίσιμη εκφραστική ένταση. Αυτές οι διαπιστώσεις μας οδηγούν σε μια εξέταση των οδών της ποιητικής εκφραστικότητας κι ιδιαίτερα της σημασιακής μουσικότητας της".

Αυτό ακριβώς το κείμενο, που αφορά το Στάσιμο της Αντιγόνης, αναδημοσιεύω στην παρούσα ανάρτηση μου, με την εξής αφελή και παραπονιάρικη παρατήρηση : Αν μας εξηγούσαν έτσι την Αντιγόνη, στην τάξη του λυκείου που τη διδαχθήκαμε, υπάρχει περίπτωση να βρισκόταν ένας που να μην του άρεσαν τα αρχαία; 


4). Ας δούμε τώρα άλλα δυο παραδείγματα από τον Σοφοκλή στο Στάσιμον της "Αντιγόνης" που αρχίζει με το περίφημο:

 "πολλά τα δεινά
κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει"

(πολλά είναι τα δεινά, τίποτα όμως
δεινότερον του ανθρώπου).

     Ο νεότερος μεταφραστής είναι υποχρεωμένος
να επιλέξει ανάμεσα στις πολλαπλές σημασίες του δεινός κι επιλέγει συνήθως κάτι μεταξύ θαυμαστού ή φοβερού, αλλά ο αρχαίος ακροατής δεν ήταν υποχρεωμένος να επιλέξει. Συλλάμβανε όλες τις σημασίες όταν άκουγε τη λέξη όπως κι ο συγγραφέας όταν τη σκεπτόταν. Δεινός είναι ασφαλώς ο φοβερός, αυτός που προκαλεί το δέος, είναι ο πανίσχυρος, αλλά κι ο θαυμαστός, αυτός που διακρίνεται σε κάποια απασχόληση ή τέχνη -μπορεί να 'ναι δεινός κολυμβητής ή ρήτωρ- υπερέχει σε βαθμό που προκαλεί δέος και θαυμασμό.
     Είναι αδύνατο να συλλάβουμε το
συγκεκριμένο σ' αυτή τη λέξη σημασιακό σμήνος χωρίς να προβούμε στη διαύγαση του ουσιώδους πυρήνα αυτού του χορικού, πράγμα που θα επιχειρήσουμε τώρα. Θα πούμε μόνο, ευθύς εξαρχής, ότι η λέξη δεινός τότε μόνον είναι δυνατό να κατανοηθεί πλήρως, όταν ακούσουμε ολόκληρο το χορικό της Αντιγόνης.
     Το κυριότερο μέρος της εξήγησης της σημασίας της λέξεως δεινόν αρχίζει με τον στίχο 353. Μιλώντας για τον άνθρωπο, ο Σοφοκλής λέγει ότι ούτος ο ίδιος εδίδαξε στον εαυτό του (εδιδάξατο, ρήμα στο όποιο θα επανέλθω) τη γλώσσα, φθέγμα και τη σκέψη, φρόνημα, το οποίο αποκαλεί ανεμόεν. Ξέρουμε τί είναι άνεμος. Εδώ η περίπτωση είναι αντίστροφη αυτών που συναντήσαμε ως τώρα. Τώρα, από τις πολλές παραπομπές της λέξης, πρέπει ν' απορρίψουμε ένα μέρος και να κρατήσουμε έν άλλο. Επί παραδείγματι, λέγει ο Όμηρος: "Ίλιον ανεμόεσσαν", το ανεμοδαρμένο Ίλιον· βλέπουμε τα ψηλά τείχη της Τροίας, στη κορφή του λόφου, εκτεθειμένα σ' όλους τους ανέμους.
     Προφανώς όμως εδώ ο Σοφοκλής δεν ομιλεί για μια ανεμοδαρμένη σκέψη. Η σκέψη είναι άκρως κινητική, σαν τον άνεμο, μια στιγμή είναι εδώ και σχεδόν αμέσως μετά είναι εκεί· κι είναι σαν το φυσικό στοιχείο, δυνατή και βίαιη· κι είναι επίσης, σαν κι αυτό, τον περισσότερο χρόνο διαφανής, αλλά μπορεί και να μεταφέρει σύννεφα και να σκοτεινιάζει τον ουρανό. Στα γαλλικά ή στα αγγλικά θα πρέπει ν' αδυνατίσουμε την εικόνα, γράφοντας: σαν τον άνεμο· ventée ή windy δεν θα πήγαινε προφανώς διόλου.
     Η γλώσσα κι η σκέψη δεν αποτελούνε φυσικά, δεδομένα κατηγορήματα του ανθρώπου· ο άνθρωπος τα εδιδάξατο, τα δίδαξεν ο ίδιος στον εαυτό του. Η αυτοπαθής διάθεση του απλού ρήματος διδάσκω περιέχει μια φιλοσοφική σκέψη απαράμιλλης τόλμης, που όμως παρέμεινε χωρίς συνέχεια επί εικοσιπέντε αιώνες. Ο άνθρωπος δεν έχει  τη γλώσσα και τη σκέψη· τις έδωσε ο ίδιος στον εαυτό του, τις δημιούργησε για τον εαυτό του και τις δίδαξε στον εαυτό του. Ο Πλάτων θα έλεγε: "πώς μπορώ να διδάξω κάτι στον εαυτό μου; Αν αυτό το κάτι το γνωρίζω, δεν έχω ανάγκη να το διδάξω στον εαυτό μου, να το διδαχθώ· αν δεν το γνωρίζω, δεν ξέρω τί να διδαχθώ". Και πράγματι αυτό λέγει: δε μπορούμε ποτέ να μάθουμε κάτι που, με οποιονδήποτε τρόπο, δεν γνωρίζουμε ήδη. Ο Σοφοκλής διαρρηγνύει αυτή τη φαινομενικά αναμφίλεκτη λογική και καταφάσκει σαφώς αυτό που αποκάλεσα πρωταρχικό κύκλο της δημιουργίας: η δραστηριότητα προϋποθέτει τ' "αποτελέσματά" της, ο άνθρωπος διδάσκει στον εαυτό του κάτι που δεν γνωρίζει, εξ ου και μαθαίνει αυτό που πρέπει να διδαχθεί.
     Ο Σοφοκλής συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι ο άνθρωπος εδιδάξατο, "δίδαξε ο ίδιος στον εαυτό του", τας αστυνόμους οργάς. Μεταφράζω αμέσως: το πάθος για τη θέσμιση των πόλεων. Αστυνόμους  προέρχεται από το άστυ, που είναι συνήθως η πόλη, εδώ όμως τονίζεται κι ο νόμος που θέτει την πόλη κι ο νόμος που τη διέπει ως πολιτική μονάδα. Η λέξη οργή έχει κι αυτή πολλές σημασίες κι ακόμη μια φορά, οι μεταφραστές είναι υποχρεωμένοι να επιλέξουν ή να επινοήσουν κάτι. Ο Μαζόν (Mazon), στην έκδοση Budé, γράφει: "οι ορμές, οι επιθυμίες, απ' όπου γεννώνται οι πόλεις", στο κείμενο όμως δεν τίθεται θέμα γεννήσεως. To Liddell-Scott, παραπέμποντας στο στίχο, μας δίνει: "the feelings of law-abiding" ή "social life" (αλλά, οργή, μεταφράζει το αστυνόμοι οργώ ως "social dispositions"). Όπως κάθε λεξικό, είναι υποχρεωμένο να προχωρήσει σε χωρισμούς και ν' αποδώσει κατά τρόπο μονοσήμαντο.
     Όμως πρέπει να ξέρουμε τί είναι λεξικό και να το χρησιμοποιούμε κατάλληλα. Μια λέξη δεν είναι ένα πακέτο με διάφορα είδη μπισκότα, τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, από τα οποία μπορούμε, αν θέλουμε, να πάρουμε ένα και ν' αφήσουμε τ' άλλα. Οργή είναι η ορμή, η ενόρμηση, το ταμπεραμέντο, η διάθεση, η έφεση, η τάση, η ροπή, η [νεοελλ.] οργή. Είναι η λέξη που δίδει οργάω κι οργασμό. Εδώ, οργή είναι η ενόρμηση, η παρόρμηση, η αυθόρμητη κι η ανεπίσχετη ώθηση. Η έκφραση αστυνόμους οργάς  εκ πρώτης όψεως αποτελεί αντίφαση ή οξύμωρον, διότι πώς οι ορμές ή οι ενορμήσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη θέση νόμων; Λέγει όμως ο Σοφοκλής εδιδάξατο, και προσδίδει έτσι στο ρήμα μια πρόσθετη σημασία. Αυτές τις ενορμήσεις που ωθούσαν προς τη κατεύθυνση της συγκροτήσεως κοινωνικών συνόλων, ο άνθρωπος τις υπέβαλε σε διαπαιδαγώγηση και μαθητεία, τις σχημάτισε και μετασχημάτισε, τις υπέβαλε σε νόμους κι έτσι συγκρότησε πόλεις. Όλ' αυτά, που θα μπορούσαν να συνθέσουν ένα φιλοσοφικό σύγγραμμα, ο Σοφοκλής το λέγει σε τρεις λέξεις: εδιδάξατο [...] αστυνόμους οργάς. Ο άνθρωπος διαπαιδαγώγησε τον εαυτό του μετασχηματίζοντας τις ενορμήσεις του, ώστε να καταστούν θεμέλια και ρυθμιστές των πόλεων.
     Επιμένουμε στο αστυνόμους οργάς, διότι η έκφραση είναι σημαντική κι από άποψης ιστορικής. Εδώ συναντούμε για πρώτη φορά τη ρητή διατύπωση αυτού που θ' αποτελέσει έν από τα μεγάλα θέματα της κλασικής πολιτικής φιλοσοφίας, ήδη από τον Πλάτωνα μέχρι και τον Ζαν-Ζακ Ρουσώ (Jean-Jacques Rousseau), θέμα που περίπεσε στη λήθη, μες στη διανοουμενίστικη ξηρασία που μαστίζει αυτόν τον χώρο εδώ και δυο αιώνες· διότι, "για να θεσμίσεις ένα λαό", όπως λέγει ο Ρουσώ, πρέπει πρώτα να του αλλάξεις "τα ήθη", και τα ήθη είναι κατ' ουσίαν η διαπαιδαγώγηση των παθών, πράγμα που απαιτεί τουλάχιστον ότι οι νόμοι θα το λαμβάνουν υπ' όψιν τους, με θετικές διατάξεις, στη κατάστρωση της πολιτικής της παιδείας των πολιτών.
     Ο Αριστοτέλης ομιλεί περί φιλίας στα "Πολιτικά" του· "οι νομοθέτες",
αναφέρει, "οφείλουν, υπεράνω όλων, ν' ασχολούνται με την εδραίωση της φιλίας μεταξύ των πολιτών (που δεν είναι μια ωχρή κοινή φιλία, αλλά η συν-πάθεια, με την εντονότερη σημασία της λέξης), διότι όπου υπάρχει φιλία δεν έχουμε ανάγκη δικαιοσύνης". Ο Αριστοτέλης που καταδίκασε τον κομμουνισμό στα ίδια αυτά "Πολιτικά", εξακολουθεί λέγοντας: "η παροιμία έχει δίκιο, όταν λέγει κοινά τα των φίλων". Όταν ο Σοφοκλής ομιλεί εδώ περί οργών, αποβλέπει σ' αυτό που αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο της ζωής των πόλεων και που 'ναι, για το βέλτιστο ή για το χείριστο, τ' αμοιβαία πάθη κι αισθήματα των μελών της κοινότητος.
     Δεν μπορούμε συνεπώς να κατανοήσουμε τη λέξη δεινός παρά μόνο με αφετηρία αυτό το σύνολο των σημασιακών δυνατοτήτων που προσπαθήσαμε να διαυγάσουμε, αν και δεν τις εξερευνήσαμε όλες. Το να 'ναι κανείς δεινός σημαίνει να παρουσιάζει στην ενεργό σύνδεση τους όλα τα κατηγορήματα που κατονομάζει ο ποιητής και τα οποία, θεωρούμενα στην ουσία τους, παραπέμπουν όλα σε μια κεντρική ιδέα: την ιδέα της αυτοδημιουργίας του άνθρωπου. Η διατύπωση μπορεί να θεωρηθεί υπέρογκη, θα βρει, πιστεύω, πλήρη δικαίωση, αν λάβουμε υπ' όψη τον αποφασιστικό χαρακτηρισμό που εισάγει ο ποιητής ευθύς εξαρχής και στην ίδια φράση, όπου εμφανίζεται ο όρος δεινός:
Πολλά τα δεινά, κουδέν
ανθρώπου δεινότερον πέλει.
     Τα δεινά, θα 'λεγε κανείς με τρόπο σχολαστικό, σχηματίζουνε συλλογή. Αυτή δε η συλλογή περιλαμβάνει ένα μοναδικό μέγιστο στοιχείο: τον άνθρωπο. Προσπάθησα, εδώ και δέκα χρόνια, να σκιαγραφήσω τις τεράστιες συνέπειες αυτής της φράσης. Συνοψίζω εδώ το ουσιώδες.
     Μια αντίρρηση στην απόφανση αυτή του Σοφοκλή μας έρχεται αμέσως στη σκέψη· πώς μπορούμε να πούμε ότι ο άνθρωπος είναι πιο δεινός από τους θεούς; Ο Σοφοκλής δεν ήταν ασεβής, όπως το δείχνουν οι τελευταίοι στίχοι αυτού του χορικού κι είναι βέβαιο πως έν αθεϊστικό κείμενο δε θα βραβευότανε στα Διονύσια. Έτσι, ο Σοφοκλής δε λέει πως ο άνθρωπος είναι καλύτερος ή ισχυρότερος απ' αυτούς. Είναι όμως δεινότερος και πρέπει να ψάξουμε -αν εν πάσει περιπτώσει πάρουμε τον ποιητή στα σοβαρά -κατά ποίαν έννοια μπορεί να 'ναι. Κι η απάντηση, εισαγόμενη με το γαρ, δίδεται με το υπόλοιπο του χορικού που απαριθμεί και χαρακτηρίζει τα πολλαπλά κατορθώματα του ανθρώπου. Και είναι ηλίου φαεινότερη: Αυτό που χαρακτηρίζει τη δεινότητα του ανθρώπου είναι κείνος ο συνεχής και τεράστιος μετασχηματισμός των σχέσεων του με τη φύση, αλλά και με τη "φύση" του, όπως ξεκάθαρα σημαίνεται με το αυτοπαθές ρήμα εδιδάξατο.
     Τώρα, η ετερότητα του σε σχέση με τους
θεούς καθίσταται έκδηλη. Οι θεοί τίποτα δεν εδιδάξαντο κι ούτε άλλαξαν. Είναι αυτό που ήταν εξ υπαρχής και που θα 'ναι εσαεί. Η Αθήνα δε θα γίνει σοφότερη, ούτε ο Έρμης ταχύτερος, ούτε ο Ήφαιστος πιο επιδέξιος τεχνίτης. Η δύναμη τους είναι αμετάβλητο κατηγόρημα της φύσης τους και τίποτα δε κάνανε για να την αποκτήσουν ή να τη μεταβάλουν. Κατασκευάζουν, φτιάχνουν, συνδυάζοντας πάντοτε από τα ήδη υπάρχοντα. Ο άνθρωπος όμως, θνητός, σ' άπειρη απόσταση από τη δύναμη των θεών, είναι δεινότερος, διότι δημιουργεί και δημιουργεί τον εαυτό του. Ο άνθρωπος είναι δεινότερος κάθ' άλλου φυσικού πράγματος, αλλά και των θεών, που 'ναι φυσικοί διότι αυτός είναι υπερφυσικός. Μόνος μεταξύ των όντων, θνητών κι αθανάτων, αυτοαλλοιώνεται. Κι αν κανείς πει πως αυτή η διαύγαση του κειμένου εισάγει ιδέες σύγχρονες, ξένες για την Ελλάδα του 5ου αιώνος, ας θυμηθεί τις "ανθρωπογονίες" του Δημοκρίτου και μερικών μεγάλων σοφιστών, όσο και τα δυνάμει στοιχεία τα ενυπάρχοντα στον Θουκυδίδη, τόσο στην "Αρχαιολογία" του όσο και στον "Επιτάφιο" λόγο του Περικλέους. Ο αθηναϊκός 5ος αιώνας έδειξε χειροπιαστά την ιδέα της ανθρώπινης αυτοδημιουργίας -κι έπρεπε να επέλθει η ήττα της Αθήνας στον Πελοποννησιακό πόλεμο κι η πλατωνική αντίδραση για να πνίγουν και να ταφούν αυτά τα σπέρματα. Κι αύτη η αντίδραση ήταν τόσο ισχυρή, ώστε κυριάρχησε σχεδόν τελείως στην ευρωπαϊκή ερμηνεία αυτής της σύλληψης του 5ου αιώνος.
    

Το δεύτερο περίφημο χορικό της Αντιγόνης, αφιερωμένο στον έρωτα, διαφωτίζει άλλες όψεις της ποιητικής δημιουργικότητας της αδιαίρετης πολυσημίας. Έρχεται μετά τη διαμάχη μεταξύ του Κρέοντα και του γιου του Αίμονα, που εγκαταλείπει τη σκηνή απειλώντας τον (θ' αυτοκτονήσει λίγο μετά). Ο χορός υμνεί τη δύναμη του ανίκητου Έρωτα (ανίκατε μάχαν). Του έρωτα που ενεδρεύει στα τρυφερά κι απαλά μάγουλα της νεανίδος (εν μαλακαίς παρειαίς νεανίδος εννυχεύεις), και συνεχίζει:
Νικά δ' εναργής βλεφάρων
ίμερος ευλέκτρου νύμφας
     Ο Μαζόν μεταφράζει, στην έκδοση Βudé: "Ποιος λοιπόν θριαμβεύει εδώ; Είναι προφανές πως είναι η επιθυμία των ματιών της παρθένου που προορίζεται για το κρεβάτι του συζύγου της". Όλα πρέπει να τα ξαναπιάσουμε από την αρχή, σ' αυτή τη δειλή και βικτωριανή μετάφραση, και που τη παραθέτω για να δείξω μια ακόμη φορά το Γολγοθά του καλού σύγχρονου μεταφραστή. Ας το πάρουμε λέξη προς λέξη αυτό το παράθεμα:
   Νικά, είναι ο νικητής, υπερισχύει·
   ίμερος, η
επιθυμία, ο πόθος·
   εναργής: σ' ένα φιλοσοφικό κείμενο θα μεταφράζαμε
προφανής, εναργής, εδώ όμως πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο· η λέξη εναργής προέρχεται από τη ρίζα της λέξεως αργός, που δίδει αργυρός (κι argentum, στα λατινικά) κι υποδεικνύει τη λάμψη, τη λαμπρότητα, το φως· ίμερος εναργής είναι συνεπώς η έκδηλη, η εκτυφλωτική επιθυμία. Επιθυμία τίνος;
   Βλεφάρων ευλέκτρου νύμφας. Δε
πρόκειται περί μιας λογοδοσμένης παρθένου, προορισμένης για το κρεβάτι του συζύγου της· το κείμενο ομιλεί για τη νεόνυμφη, κι εν πάσει περιπτώσει για τη κοπέλα σ' ώρα γάμου, όπως το δείχνει ο επιθετικός προσδιορισμός εύλεκτρος. Πρέπει να πούμε τα πράγματα με τ' όνομά τους κι οι Αρχαίοι δε φοβούνταν να το κάνουν. Λέκτρον είναι το κρεβάτι, ευ είναι το καλό. Μια εύλεκτρος γυναίκα είναι κείνη της οποίας το κρεβάτι είναι καλό, που είναι δηλαδή καλή στο κρεβάτι και για το κρεβάτι -καλοκρέβατη θα λέγαμε εύκολα στα νεοελληνικά, πράμα που μεταφράζει κατά λέξη και πιστά το εύλεκτρος. Μένει η γενική: βλεφάρων, των ματιών. Των ματιών τίνος; To Liddell-Scott, παραπέμποντας στον στίχο, μεταφράζει: "desire breaming from the eyes", πρόκειται συνεπώς για την επιθυμία, της οποίας η νεαρή κόρη είναι το υποκείμενο· ο Μαζόν κρατεί την αμφισημία, που είναι όμως σημαντικό να διασαφηνίσουμε.
     Πρόκειται τόσο για την επιθυμία της νεαρής γυναίκας, όσο και για την επιθυμία για τα μάτια της, συνεπώς για την επιθυμία προς τη νεαρή γυναίκα. Η επιθυμία προέρχεται από τα μάτια της νεαρής γυναίκας και κατευθύνεται προς τα μάτια της νεαρής γυναίκας. Ένας μέγας ποιητής της νεότερης πεζογραφίας, ο Προύστ (Proust), εκφράζει την ίδια κατάσταση σε μια υπέροχη σελίδα της "Αναζήτησης". Κατά τη διάρκεια της εσπερίδας στους "κήπους της λεωφόρου Γκαμπριέλ", στο μέγαρο της πριγκίπισσας ντε Γκερμάντ, ο αφηγητής συνομιλεί με τον Σουάν -ένα Σουάν πολύ άρρωστο, που αγγίζει το τέλος της ζωής του- για την υπόθεση Ντρέυφους και για την άνοδο του αντισημιτισμού, που τον βασανίζουν, όταν περνά ο βαρώνος ντε Σαρλύ κι αρχίζει τις υπερβολικές διαχύσεις και φιλοφρονήσεις προς τη μαρκησία ντε Συρζίς, ερωμένη του αδελφού του:
   [...] η μαρκησία, γυρνώντας, έστειλε ένα χαμόγελο κι έτεινε το χέρι της στον Σουάν που είχε σηκωθεί για να τη χαιρετήσει. Αλλά -σχεδόν απροκάλυπτα, καθώς η προχωρημένη ήδη ηλικία του είχε αφαιρέσει είτε την ηθική βούληση, από αδιαφορία για τη γνώμη των άλλων, είτε τη σωματική δύναμη, εντείνοντας την επιθυμία κι εξασθενώντας τους μηχανισμούς που συντελούνε στην συγκάλυψη της- μόλις ο Σουάν, καθώς έσφιγγε το χέρι της μαρκησίας, είδε το στήθος της από πολύ κοντά κι από ψηλά, βύθισε ένα βλέμμα προσεκτικό, σοβαρό, απορροφημένο, σχεδόν επίφροντι, στα βάθη του μπούστου της και τα ρουθούνια του, που τα μεθούσε το άρωμα της γυναίκας, σκίρτησαν σαν πεταλούδα έτοιμη να πετάξει για να σταθεί πάνω στο λουλούδι που ξεχώρισε. Μονομιάς ξέφυγε από τον ίλιγγο που τον είχε πιάσει κι η ίδια η κυρία ντε Συρζίς, αν κι ενοχλημένη, έπνιξε μια βαθιά αναπνοή, τόσον η επιθυμία είναι καμιά φορά μεταδοτική.
     Ο Σουάν βυθίζει το βλέμμα του στο κορσάζ της μαρκησίας -που εύκολα μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι ντεκολτέ, χάριν της εσπερίδος- κι η μαρκησία, που ενώ δεν έχει μάτια στην άκρη των μαστών, αισθάνεται να τη κοιτάζουν εκεί και ταράσσεται απ' αυτό το βλέμμα. Αυτή είναι η διπλή πραγματικότητα της επιθυμίας. Ας επισημάνουμε εδώ την ακρίβεια, τη πρωτοτυπία και τη λεπτότητα των επιθέτων του Προύστ -βλέμμα προσεκτικό, σοβαρό, απορροφημένο, σχεδόν επίφροντι- αλλά και τη συσσώρευσή τους για να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου